Φόρουμ φιλοσοφίας, παιδείας, πολιτικής και ναυτιλίας!
 
ΠΟΡΤΑΛ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣΦόρουμΠόρταλΔΙΟΠΤΕΥΣΕΙΣΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟΕικονοθήκηΕγγραφήΣυχνές ΕρωτήσειςΣύνδεση
HOMA EDUCANDUS
ΠΟΡΤΑΛ


ΟΙ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΑΣ. ΜΑΣ ΤΙΣ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥΜ.
ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΛΗ ΜΑΣ ΕΧΟΥΜΕ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΙΣ ΒΛΕΠΟΥΝ. ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΠΑΡΑ ΝΑ ΓΡΑΦΤΕΙΤΕ ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΝΤΟΥΚΑΝΤΟΥΣ...

Μοιραστείτε | 
 

 Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!

Πήγαινε κάτω 
Μετάβαση στη σελίδα : 1, 2, 3  Επόμενο
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
ΔΙΩΝΗ
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 884
Location : Όπου γη και πατρίς
Registration date : 31/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Δευ Απρ 13, 2009 2:21 pm

Τέλος!

Ελπίζω να σας άρεσε αφενός και αφετέρου να στρέψει το νου σας σε όλους τους αλιβάνιστους του κόσμου και ιδιαίτερα σε όσους έχουν καταγραφεί στα προσωπικά τεφτέρια του καθενός...

Έτσι κι εγώ... Για τους αλιβάνιστους του έρωτα ξεχωρίζω το ακόλουθο από τη δεύτερη συνέχεια του διηγήματος:

Έδειχνεν υψηλά εις το βουνόν, όπου αι κορυφαί των δένδρων είχαν αρχίσει να καταλάμπωνται από το αργυρούν φέγγος. Ήτο ήδη περί το τελευταίον τέταρτον.

Εύχομαι λοιπόν από βάθους καρδίας να τους λιβανίσει επιτέλους ο έρωτας και να τους χαρίσει τα φεγγιά του. Να μη χρειαστεί άλλη φορά ακόμη και αυτά να τα δίνουν προς ερμηνεία λες και μιλάνε σε κογκολέζους και όχι σε έλληνες. (υπόψη ότι αγαπώ πολύ τους κογκολέζους... μη μου την πει κανείς για ρατσισμό και άλλα χαζά)

Η λέξη όχι μόνο είναι ελληνική ως το βαθύτερο μεδούλι της, λέξη αρχαία μεν που όμως "γέννησε" τεράστιο αριθμό παραγώγων και ενδεικτικά σημειώνω τη Φεγγαροντυμένη του Σολωμού. Την αδερφούλα της Μοσχούλας του Παπαδιαμάντη - δείτε σχετικά στο Χάσμα Σεισμού σελ. 127. Από κει και αντιγράφω τα εξής:

Παράθεση :
"[...] ο κόσμος της αλήθειας είναι το όνειρο, κι ότι ο γνήσιος κατοικητής του είναι ο αλαφροΐσκιωτος. Τη βαθύτερη ουσία τους οι Μισολογγίτες μόνο στην ονειροφαντασιά τους γίνεται να την φανερώσουν στον ποιητή. Η ίδια η φεγγαροντυμένη ζωντανεύει στα όνειρα. Τα μάγια και τα θαύματα της ζωής δεν τα βλέπει άλλος εκτός από τον αλαφροΐσκιωτο. Αυτή η ιδέα, που φανερώνει τη συνάντηση του με το Σολωμό στον τελευταίο σταθμό της οδοιπορίας προς την καλλιτεχνική άσκηση, εμφανίζεται και στον Παπαδιαμάντη. Το άλλο κοινό σημείο τους, δείγμα και τούτο της αγιωσύνης και της μύησης, είναι η αγάπη τους για το κρασί. Αγάπη στο διονυσιακό πνεύμα της τέχνης ή στη ... μεθυστική δύναμη της ζωής. Και στις δύο περιπτώσεις αγάπη στου οίνου το πνεύμα που γεννάει το όνειρο. Όνειρο στο κύμα είναι και η Μοσχούλα του Παπαδιαμάντη και η φεγγαροντυμένη του Σολωμού.[...]"

Αν ξαναδιαβάσετε το διήγημα ΑΛΙΒΑΝΙΣΤΟΣ και προσέξετε τα σημεία που τόνισα (και όχι μόνο) θα δείτε το κυρ Αλέξανδρο να ζωντανεύει όλους τους αρχαίους μύθους με απαράμιλλο ταλέντο. Ποιος είναι ο νέος που προβάλλει αίφνης μέσα από το δάσος; Ο νέος ο αμύστακος ο αψηλός και ο καγχάζων; Αυτός πια ο καγχασμός!!! Διάχυτος και εδώ όπως και στα προηγούμενα διηγήματα.

Και δείτε τι ωραία νοητική εποπτεία, τι άγαλμα στήνει ο Παπαδιαμάντης στον Αλιβάνιστο. Που όταν του δοθεί η συγνώμη της γραίας πλέον Μολώτας, ανασταίνεται αληθώς και αλιβάνιστος πια δεν είναι...

Όσο για το φέγγος το άγνωστο στους σημερινούς συμπολίτες μας παραθέτω και το ακόλουθο:

Παράθεση :

Και δίπλα τους, σαν μια αναφορά στην απαρχή μιας παλαιότατης μουσικής γέφυρας στο Ιόνιο, ένα ηπειρώτικο πολυφωνικό σύνολο, η "ΧΑΟΝΙΑ" να ανοίγει τη συναυλία. Οι Χάονες πρώτοι έσμιξαν τις δύο αντικρινές ακτές του Ιονίου πριν από 2.500 χρόνια, όταν από την Άπειρο Χώρα μετοίκησαν στην Κάτω Ιταλία μετονομαζόμενοι σε Χώνες. Στην παρουσία τους στη Σικελία αποδίδεται η ρίζα του τοπωνυμίου Χάος που έδωσε το όνομά στη αγαπημένη, ποιητική ταινία των αδελφών Ταβιάνι ...

Μια σπάνια σύναξη, σαν μια γιορτή της Ιώς, της θεάς που έδωσε το όνομά της στο πέλαγος που σμίγει την Ήπειρο, την Άπειρο Χώρα, με τη χώρα του Salento, εκεί όπου την αγάπη τη λένε αγκάπη, το καληνύχτα καλινίφτα, το φεγγάρι φέγγο.

ΠΗΓΗ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ

Κρίμα βρε... λέξη που την κρατούν ακόμη ζωντανή εκεί στην άλλη όχθη του Ιονίου οι έλληνες της Γκρέτσια Σαλεντίνα, να την κατατάσσουν στις άγνωστες οι έλληνες της μητρόπολης...

Με την ευκαιρία θυμίζω πως το ΕΑΡΙΝΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΠΟΛΥΦΩΝΙΑΣ έχει κιόλας σηκώσει άγκυρα και ετοιμάζεται με το καραβάνι του για καινούρια ταξίδια. Πάρτε αν θέλετε και τον Παπαδιαμάντη μαζί και το Λιαντίνη και το Σολωμό και ακολουθήστε τους. Συγκωμαστές κι εσείς στη μεγάλη γιορτή, την ελληνική λαμπρή. Την ολόλαμπρη. Αυτή που έχει ήλιους και φεγγάρια. Και θάνατο και έρωτα. Απολλώνιο και Διονυσιακό στοιχείο. Και ποτέ το ένα χωρίς το άλλο.

Τον κώμο τον βρήκατε ή ακόμη;;;

Πάντως τους κωμαστές θα τους βρείτε στο σπίτι του Αγάθωνα να συμποσιάζονται και στη Γκέμμα, σελίδες 72 (συγκωμαστές) και 73 (κωμαστές). Άντε, μέρες που είναι, να τους συναντήσετε και να τους μάθετε για να μπορείτε να ακολουθήσετε τον αντρειωμένο χορό. Ως έλληνες. Που δε χρειάζονται λεξικά για να καταλάβουν την ελληνική...

_________________
ΜΕΤΡΟ ΤΑΞΗ ΚΛΙΤΟΤΗΤΑ
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://diwni.blogspot.com/
ΕΛΙΝΑ
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 327
Registration date : 31/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Δευ Απρ 13, 2009 4:59 pm

Ευχαριστώ θερμά που δώσατε συνέχεια και ζωή στο αφιέρωμα. Ως αντίδωρο και "ξόρκι μαγικό" ανέβασα παράλληλα αφιέρωμα στο Σολωμό μας. Μαζί να τους γιορτάσουμε τούτες τις μέρες.

Και για δω θεωρώ πρέπον να παρεμβάλλουμε και βιογραφικό του αγίου των ελληνικών γραμμάτων. Γραμμένο από τον ίδιο:

"Ἐγεννήθην ἐν Σκιάθω, τῇ 4 Μαρτίου 1851. Ἐβγήκα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον εἰς τὰ 1863, ἀλλὰ μόνον τῷ 1867 ἐστάλην εἰς τὸ Γυμνάσιον Χαλκίδος, ὅπου ἤκουσα τὴν Α΄ καὶ Β΄ τάξιν. Τὴν Γ΄ ἐμαθήτευσα εἰς Πειραιᾶ, εἴτα διέκοψα τάς σπουδὰς μοῦ καὶ ἔμεινα εἰς τὴν πατρίδα. Κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1872 ὑπήγα εἰς τὸ Ἅγιον Ὅρος χάριν προσκυνήσεως, ὅπου ἔμεινα ὀλίγους μῆνας. Τῷ 1873 ἤλθα εἰς Ἀθήνας καί ἐφοίτησα εἰς τὴν Δ΄ τοῦ Βαρβακείου. Τῷ 1874 ἐνεγράφην εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολήν, ὅπου ἤκουα κατ’ ἐκλογὴν ὀλίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ’ ἰδίαν δὲ ἠσχολούμην εἰς τὰ ξένας γλώσσας.

Μικρὸς ἐζωγράφιζα Ἁγίους, εἴτα ἔγραφα στίχους, καί ἐδοκίμαζα να συντάξω κωμῳδίας. Τῷ 1868 ἐπεχείρησα να γράψω μυθιστόρημα. Τῷ 1879 ἐδημοσιεύθη "ἡ Μετανάστασις" ἔργον μου εἰς τὸ περιοδικὸν "Σωτήρα". Τῷ 1882 ἐδημοσιεύθη "Οἱ ἔμποροι τῶν Ἐθνῶν" εἰς τὸ "Μὴ χάνεσαι". Ἀργότερα ἔγραψα περὶ τὰ ἑκατὸν διηγήματα, δημοσιευθέντα εἰς διάφορα περιοδικὰ καί ἐφημερίδας."




Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης με τον φίλο του Γιάννη Βλαχογιάννη, στη Δεξαμενή το 1908


Μία φωτογραφία του που εντόπισα σήμερα και δεν είχα ξαναδεί. Τη βρήκα ΕΔΩ μαζί με το βιογραφικό του και πλούσιο αφιέρωμα στη ζωή και στο έργο του.

_________________
«Πρώτα προσπαθούν να σε αγνοήσουν, μετά να σε γελοιοποιήσουν, μετά να σε πολεμήσουν και μετά τους νικάς» (Γκάντι)
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
captain Nemos
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 367
Location : Χαμένος στο πέλαγος
Registration date : 31/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Δευ Απρ 13, 2009 5:26 pm

ΔΑΝΑΗ έγραψε:

Αφιερωμένο εξαιρετικά σε όλες τις καπετάνισσες του φόρουμ αλλά και στο Ζορμπά που πρόφτασε έστω και λίγο να γευτεί τη ζωή της θάλασσας.

Ευχαριστώ που ... δε με ξεχάσατε! Εγώ όμως σας στέλνω την αγάπη μου και πολλές ευχές για τις μέρες αυτές.

Πικραμένος τα μάλα σας αφιερώνω το:

ΜΟΙΡΟΛΟΓΙ ΤΗΣ ΦΩΚΙΑΣ

Κάτω ἀπὸ τὸν κρημνόν, ὁποῦ βρέχουν τὰ κύματα, ὅπου κατέρχεται τὸ μονοπάτι, τὸ ἀρχίζον ἀπὸ τὸν ἀνεμόμυλον τοῦ Μαμογιάννη, ὁποῦ ἀντικρύζει τὰ Μνημούρια, καὶ δυτικῶς, δίπλα εἰς τὴν χαμηλὴν προεξοχὴν τοῦ γιαλοῦ, τὴν ὁποίαν τὰ μαγκόπαιδα τοῦ χωρίου, ὁποῦ δὲν παύουν ἀπὸ πρωίας μέχρις ἑσπέρας, ὅλον τὸ θέρος, νὰ κολυμβοῦν ἐκεῖ τριγύρω, ὀνομάζουν τὸ Κοχύλι -φαίνεται νὰ ἔχῃ τοιοῦτον σχῆμα- κατέβαινε τὸ βράδυ-βράδυ ἡ γριά-Λούκαινα, μία χαροκαμένη πτωχὴ γραία, κρατοῦσα ὑπὸ τὴν μασχάλην μίαν ἀβασταγήν, διὰ νὰ πλύνῃ τὰ μάλλινα σινδόνια της εἰς τὸ κῦμα τὸ ἁλμυρόν, εἴτα νὰ ξεγλυκάνῃ εἰς τὴν μικρὰν βρύσιν, τὸ Γλυφονέρι, ὁποῦ δακρύζει ἀπὸ τὸν βράχον τοῦ σχιστολίθου, καὶ χύνεται ἤρεμα εἰς τὰ κύματα. Κατέβαινε σιγὰ τὸν κατήφορον, τὸ μονοπάτι, καὶ μὲ ψίθυρον φωνὴν ἔμελπεν ἓν πένθιμον βαθὺ μυρολόγι, φέρουσα ἅμα τὴν παλάμην εἰς τὸ μέτωπόν της, διὰ νὰ σκεπάση τὰ ὄμματα ἀπὸ τὸ θάμβος τοῦ ἡλίου, ὁποῦ ἐβασίλευεν εἰς τὸ βουνὸν ἀντικρύ, κ᾿ αἱ ἀκτῖνες του ἐθώπευον κατέναντί της τὸν μικρὸν περίβολον καὶ τὰ μνήματα τῶν νεκρῶν, πάλλευκα, ἀσβεστωμένα, λάμποντα εἰς τὰς τελευταίας του ἀκτῖνας.

Ἐνθυμεῖτο τὰ πέντε παιδιά της, τὰ ὁποῖα εἶχε θάψει εἰς τὸ ἁλῶνι ἐκεῖνο τοῦ χάρου, εἰς τὸν κῆπον ἐκεῖνον τῆς φθορᾶς, τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο, πρὸ χρόνων πολλῶν, ὅταν ἦτο νέα ἀκόμη. Δυὸ κοράσια καὶ τρία ἀγόρια, ὅλα εἰς μικρὰν ἡλικίαν τῆς εἶχε θερίσει ὁ χάρος ὁ ἀχόρταστος.

Τελευταῖον ἐπῆρε καὶ τὸν ἄνδρα της, καὶ τῆς εἶχον μείνει μόνον δυὸ υἱοί, ξενιτευμένοι τώρα. Ὁ εἶς εἶχεν ὑπάγει, τῆς εἶπον, εἰς τὴν Αὐστραλίαν, καὶ δὲν εἶχε στείλει γράμμα ἀπὸ τριῶν ἐτῶν. Αὐτὴ δὲν ἤξευρε τί εἶχεν ἀπογίνει. Ὁ ἄλλος ὁ μικρότερος ἐταξίδευε μὲ τὰ καράβια ἐντὸς τῆς Μεσογείου, καὶ κάποτε τὴν ἐνθυμεῖτο ἀκόμη. Τῆς εἶχε μείνει καὶ μία κόρη, ὑπανδρευμένη τώρα, μὲ μισὴν δωδεκάδα παιδιά.

Πλησίον αὐτῆς, ἡ γριά-Λούκαινα ἐθήτευε τώρα, εἰς τὸ γῆρας της, καὶ δι᾿ αὐτὴν ἐπήγαινε τὸν κατήφορον, τὸ μονοπάτι, διὰ νὰ πλύνῃ τὰ χράμια καὶ ἄλλα διάφορα σκουτιὰ εἰς τὸ κῦμα τὸ ἁλμυρόν, καὶ νὰ τὰ ξεγλυκάνη στὸ Γλυφονέρι.

Ἡ γραῖα ἔκυψεν εἰς τὴν ἄκρην χθαμαλοῦ, θαλασσοφαγωμένου βράχου, καὶ ἤρχισε νὰ πλύνῃ τὰ ροῦχα. Δεξιά της κατήρχετο ὁμαλώτερος, πλαγιαστός, ὁ κρημνὸς τοῦ γηλόφου, ἐφ᾿ οὗ ἦτο τὸ Κοιμητήριον, καὶ εἰς τὰ κλίτη τοῦ ὁποίου ἐκυλίοντο ἀενάως πρὸς τὴν θάλασσαν τὴν πανδέγμονα τεμάχια σαπρῶν ξύλων ἀπὸ ξεχώματα, ἤτοι ἀνακομιδὰς ἀνθρωπίνων σκελετῶν, λείψανα ἀπόχρυσες γόβες ἢ χρυσοκέντητα ὑποκάμισα νεαρῶν γυναικών, συνταφέντα ποτὲ μαζί των, βόστρυχοι ἀπὸ κόμας ξανθάς, καὶ ἄλλα τοῦ θανάτου λάφυρα. Ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς της, ὀλίγον πρὸς τὰ δεξιά, ἐντὸς μικρᾶς κρυπτῆς λάκκας, παραπλεύρως τοῦ Κοιμητηρίου, εἶχε καθίσει νεαρὸς βοσκός, ἐπιστρέφων μὲ τὸ μικρὸν κοπάδι του ἀπὸ τοὺς ἀγρούς, καί, χωρὶς ν᾿ ἀναλογισθῆ τὸ πένθιμον τοῦ τόπου, εἶχε βγάλει τὸ σουραῦλι ἀπὸ τὸ μαρσίπιόν του, καὶ ἤρχισε νὰ μέλπῃ φαιδρὸν ποιμενικὸν ᾆσμα. Τὸ μυρολόγι τῆς γραίας ἐκόπασεν εἰς τὸν θόρυβον τοῦ αὐλοῦ, καὶ οἱ ἐπιστρέφοντες ἀπὸ τοὺς ἀγροὺς τὴν ὥραν ἐκείνην - εἶχε δύσει ἐν τῷ μεταξὺ ὁ ἥλιος - ἤκουον μόνον τὴν φλογέραν, κ᾿ ἐκοίταζον νὰ ἴδωσι ποῦ ἦτο ὁ αὐλητής, ὅστις δὲν ἐφαίνετο, κρυμμένος μεταξὺ τῶν θάμνων, μέσα εἰς τὸ βαθὺ κοίλωμα τοῦ κρημνοῦ.

Μία γολέτα ἦτο σηκωμένη στὰ πανιά, κ᾿ ἔκαμνε βόλτες ἐντὸς τοῦ λιμένος. Ἀλλὰ δὲν ἔπαιρναν τὰ πανιά της, καὶ δὲν ἔκαμπτε ποτὲ τὸν κάβον τὸν δυτικόν. Μία φώκη, βόσκουσα ἐκεῖ πλησίον, εἰς τὰ βαθιὰ νερά, ἤκουσεν ἴσως τὸ σιγανὸν μυρολόγι τῆς γραίας, ἐθέλχθη ἀπὸ τὸν θυρυβώδη αὐλὸν τοῦ μικροῦ βοσκοῦ, καὶ ἦλθε παραέξω, εἰς τὰ ρηχά, κ᾿ ἐτέρπετο εἰς τὸν ἦχον, κ᾿ ἐλικνίζετο εἰς κύματα. Μία μικρὰ κόρη, ἦτο ἡ μεγαλυτέρα ἐγγονὴ τῆς γραίας, ἡ Ἀκριβούλα, ἐννέα ἐτῶν, ἴσως τὴν εἶχε στείλει ἡ μάννα της, ἢ μᾶλλον εἶχε ξεκλεφθῆ ἀπὸ τὴν ἄγρυπνον ἐπιτήρησίν της, καὶ μαθοῦσα ὅτι ἡ μάμμη εὐρίσκετο εἰς τὸ Κοχύλι, πλύνουσα εἰς τὸν αἰγιαλόν, ἦλθε νὰ τὴν εὔρη, διὰ νὰ παίξη ὀλίγον εἰς τὰ κύματα. Ἀλλὰ δὲν ἤξευρεν ὅπως πόθεν ἤρχιζε τὸ μονοπάτι, ἀπὸ τοῦ Μαμογιάννη τὸν μύλον, ἀντικρὺ στὰ Μνημούρια, καὶ ἅμα ἤκουσε τὴν φλογέραν, ἐπῆγε πρὸς τὰ ἐκεῖ καὶ ἀνεκάλυψε τὸν κρυμμένον αὐλητήν. Καὶ ἀφοῦ ἐχόρτασε ν᾿ ἀκούῃ τὸ ὄργανόν του καὶ νὰ καμαρώνῃ τὸν μικρὸν βοσκόν, εἶδεν ἐκεῖ πού, εἰς τὴν ἀμφιλύκην τοῦ νυκτώματος, ἓν μικρὸν μονοπάτι, καὶ ὅτι ἐκεῖθεν εἶχε κατέλθει ἡ γραῖα ἡ μάμμη της. Κ᾿ ἐπῆρε τὸ κατηφορικὸν ἀπότομον μονοπάτι διὰ νὰ φθάση εἰς τὸν αἰγιαλὸν νὰ τὴν ἀνταμώση. Καὶ εἶχε νυκτώσει ἤδη.

Ἡ μικρὰ κατέβη ὀλίγα βήματα κάτω, εἴτα εἶδεν ὅτι ὁ δρομίσκος ἐγίνετο ἀκόμη πλέον ἀπόκρημνος. Ἔβαλε μίαν φωνήν, κ᾿ ἐπροσπάθει ν᾿ ἀναβῇ, νὰ ἐπιστρέψη ὀπίσω. Εὐρίσκετο ἐπάνω εἰς τὴν ὀφρὺν ἑνὸς προεξέχοντος βράχου, ὡς δυὸ ἀναστήματα ἀνδρὸς ὑπεράνω τῆς θαλάσσης. Ὁ οὐρανὸς ἐσκοτείνιαζε, σύννεφα ἔκρυπταν τὰ ἄστρα, καὶ ἦτον στὴν χάσιν τοῦ φεγγαριοῦ. Ἐπροσπάθησε καὶ δὲν εὕρισκε πλέον τὸν δρόμον πόθεν εἶχε κατέλθει. Ἐγύρισεν πάλιν πρὸς τὰ κάτω, κ᾿ ἐδοκίμασε νὰ καταβῇ. Ἐγλίστρησε κ᾿ ἔπεσε, μπλούμ! εἰς τὸ κῦμα. Ἦτο τόσον βαθὺ ὅσον καὶ ὁ βράχος ὑψηλός. Δυὸ ὀργυιὲς ὡς ἔγγιστα. Ὁ θόρυβος τοῦ αὐλοῦ ἔκαμε νὰ μὴ ἀκουσθῇ ἡ κραυγή. Ὁ βοσκὸς ἤκουσεν ἕνα πλαταγισμόν, ἀλλὰ ἐκεῖθεν ὅπου ἦτο, δὲν ἔβλεπε τὴ βάσιν τοῦ βράχου καὶ τὴν ἄκρην τοῦ γιαλοῦ. Ἄλλως δὲν εἶχε προσέξει εἰς τὴν μικρὰν κόρην καὶ σχεδὸν δὲν εἶχεν αἰσθανθῆ τὴν παρουσίαν της.

Καθὼς εἶχε νυκτώσει ἤδη, ἡ γραῖα Λούκαινα εἶχε κάμει τὴν ἀβασταγήν της, καὶ ἤρχισε ν᾿ ἀνέρχεται τὸ μονοπάτι, ἐπιστρέφουσα κατ᾿ οἶκον. Εἰς τὴν μέσην του δρομίσκου ἤκουσε τὸν πλαταγισμόν, ἐστράφη κ᾿ ἐκοίταξεν εἰς τὸ σκότος, πρὸς τὸ μέρος ὅπου ἦτο ὁ αὐλητής.

- Κεῖνος ὁ Σουραυλῆς θὰ εἶναι, εἶπε, διότι τὸν ἐγνώριζε. Δὲν τοῦ φτάνει νὰ ξυπνᾷ τοὺς πεθαμένους μὲ τὴ φλογέρα του, μόνο ρίχνει καὶ βράχια στὸ γιαλὸ γιὰ νὰ χαζεύῃ... Σημαδιακὸς κι ἀταίριαστος εἶναι.

Κι ἐξηκολούθησε τὸ δρόμο της.

Κ᾿ ἡ γολέτα ἐξηκολούθει ἀκόμη νὰ βολταντζάρῃ εἰς τὸν λιμένα. Κι ὁ μικρὸς βοσκὸς ἐξηκολούθει νὰ φυσᾷ τὸν αὐλόν του εἰς τὴν σιγὴν τῆς νυκτός.

Κ᾿ ἡ φώκη, καθὼς εἶχεν ἔλθει ἔξω εἰς τὰ ρηχά, ηὖρε τὸ μικρὸν πνιγμένον σῶμα τῆς πτωχῆς Ἀκριβούλας, καὶ ἤρχισε νὰ τὸ περιτριγυρίζῃ καὶ νὰ τὸ μυρολογᾷ, πρὶν ἀρχίση τὸ ἑσπερινὸν δεῖπνον της.

Τὸ μυρολόγι τῆς φώκης, τὸ ὁποῖον μετέφρασεν εἰς ἀνθρώπινα λόγια εἶς γέρων ψαρᾶς, ἐντριβὴς εἰς τὴν ἄφωνον γλῶσσαν τῶν φωκῶν, ἔλεγε περίπου τὰ ἑξῆς:

Αὐτὴ ἦτον ἡ Ἀκριβούλα
ἡ ἐγγόνα τῆς γριά-Λούκαινας.
Φύκιά ῾ναι τὰ στεφάνια της,
κοχύλια τὰ προικιά της...
Κ᾿ ἡ γριὰ ἀκόμα μυρολογᾷ
τὰ γεννοβόλια της τὰ παλιά.
Σὰν νἄχαν ποτὲ τελειωμὸ
τὰ πάθια κ᾿ οἱ καημοὶ τοῦ κόσμου.


~~~
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://arxipelagos.blogspot.com/
Loukia Sofou
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 377
Registration date : 10/12/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Δευ Απρ 13, 2009 8:00 pm

H MEΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΣ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ



"Ο Ιακώβ ωδύρετο του Ιωσήφ την στέρησιν, και ο γενναίος εκάθητο άρματι, ως βασιλεύς τιμώμενος".

Τοιαύτα ψάλλει σήμερον η Αγία του Χριστού Εκκλησία μνείαν ποιουμένη του παρά των ιδίων αυτού αδελφών πωληθέντος Ιωσήφ του Παγκάλου, ου παθητικωτάτη η ιστορία εν ταις Ιεραίς Γραφαίς.

"Ο Θεός ελεήσαι σε, τέκνον", είπεν ο Ιωσήφ, άγνωστος εισέτι, προς τον ομοθαλή αυτού αδελφόν Βενιαμίν. Τούτ' αυτό μοι φαίνεται επαναλαμβάνει σήμερον και η αρχαία άμεμπτος Εκκλησία προς τους σημερινούς ανίπτους και αμυήτους λειτουργούς αυτής. "Ο Θεός ελεήσαι σε, τέκνον"...

Αλλά και της ξηρανθείσης συκής η ιστορία έπρεπε να παραδειγματίση πάντας ημάς, κληρικούς και λαϊκούς, αν όχι όπως "ποιήσωμεν καρπούς αξίους της μετανοίας", τουλάχιστον, όπως προσεκτικώτερον και ευλαβέστερον δρέπωμεν τα σεμνοπρεπέστατα άνθη της ιεράς λατρείας εν ταις ημέραις της Μεγάλης Εβδομάδος. Τω όντι δε αν υπάρχη τι λυπηρότερον, τολμώ ειπείν, της άκρας περί τα θρησκευτικά πράγματα ψυχρότητος, ήτις επικρατεί εν Αθήναις, τούτο είναι η επίπλαστος και τυπική ευλάβεια, η άνευ τάξεως και κόσμου συρροή πολλού πλήθους εις τους ιερούς ναούς, κατά την εβδομάδα ταύτην και μόνην, ήτις έμεινεν ως μόνη ορθή διαμαρτύρησις και αντίφασις άμα της διαγωγής ημών των Ορθοδόξων χριστιανών λεγομένων. Το κατ' εμέ, λογικωτέρους θεωρώ τους libres penseurs* εν τη Εσπερία, τους διαρρήξαντας απλώς και καθαρώς πάσαν μετά της Εκκλησίας σχέσιν και συνάφειαν, ή ημάς αυτούς, οίτινες εξακολουθούμεν να πιθηκίζωμεν τα της χριστιανικής λατρείας άνευ πίστεως και χρηστού συνειδότος.

Από της σήμερον δε άρχεται αναγινωσκομένη εν ταις Προηγιασμέναις και η βίβλος του Ιώβ, η μεγαλοπρεπέστατη αύτη εποποιϊα, η εμποιούσα ρίγος και κατάνυξιν μετά θαυμασμού εις τους αναγινώσκοντες. Ανέγνωτέ ποτε την σκηνήν των αγγέλων και του Σατάν παρά τω Θεώ, και παρεβάλετε ταύτα προς τα του Δάντου, του Μίλτωνος και του Γκαίτε, και προς παν ό,τι υψηλότερον έχει η νεωτέρα ποίησις; "Πόθεν ήκεις συ;" ερωτά ο Ύψιστος τον Εωσφόρον. "Διελθών την υπ' ουρανόν, και εμπεριπατήσας την σύμπασαν, πάρειμι", απαντά θρασέως ο αρχηγός της κακίας. "Είδες, είπεν ο Κύριος, άνθρωπον ως τον θεράποντά μου Ιώβ, άμεμπτον, δίκαιον, αληθινόν, θεοσεβή, απεχόμενον παντός πονηρού πράγματος;" Και πάλιν ο διάβολος θρασύνεται: "Μη δωρεάν Ιώβ σέβεται τον Θεόν;

Σύ τα έργα των χειρών αυτού ευλόγησας, και τα κτήνη αυτού επλήθυνας επί της γης. Και είπεν ο Κύριος τω διαβόλω: Ιδού πάντα όσα έστιν αυτώ, εν τη χειρί σου δίδωμι· αλλ' αυτού μη άψη".

Μόλις εξήλθεν ο διάβολος από προσώπου Κυρίου, και ιδού αγγελιοφόρος έρχεται προς τον Ιώβ, απαγγέλλων την αρπαγήν των βοών και των όνων, και την σφαγήν των βοσκών "και εσώθην εγώ μόνος και ήλθον του απαγγείλαί σοι". Έτι αυτού λαλούντος, ήλθεν έτερος άγγελος: "Πυρ εκ του ουρανού έπεσε, και κατέκαυσε τα πρόβατα και κατέφαγε τους ποιμένας". Τρίτος άγγελος αγγέλλει την διαρπαγήν των καμήλων, και τέταρτος τον εκ του σεισμού θάνατον των υιών και των θυγατέρων του Ιώβ. Ταύτα ακούσας ο πολύαθλος, αναστάς, διέρρηξε τα ιμάτια αυτού, και εκείρατο την κόμην, και πεσών χαμαί προσεκύνησε, και είπε το πολυθρύλητον εκείνο:

"Γυμνός εξήλθον εκ κοιλίας μητρός μου, γυμνός και απελεύσομαι· ο Κύριος έδωκεν, ο Κύριος αφείλατο· ως τω Κυρίω έδοξεν, ούτω και εγένετο. Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον". Αλλά το συμπέρασμα του ιερού βιβλίου, υψηλόν και παρήγορον, έχει ως εξής: "Ευλόγησε Κύριος τα έσχατα Ιώβ μάλλον ή τα πρώτα, και εγένοντο τα πρόβατα αυτού μύρια τετρακισχίλια, κάμηλοι εξακισχίλιαι, ζεύγη βοών χίλια, όνοι θήλειαι νομάδες χίλιαι. Γεννώνται δε αυτώ υιοί επτά και θυγατέρες τρεις. Και ετελεύτησεν Ιώβ πρεσβύτερος και πλήρης ημερών. Γέγραπται δε πάλιν αναστήσεσθαι αυτόν". Ως τύπον άρα του Κυρίου, του παθόντος και αναστάντος, προβάλλεται αυτόν η Αγία του Θεού Εκκλησία.

Εν τω Νυμφίω της χθες εσπέρας, όστις είναι ο Όρθρος της σήμερον Μ. Δευτέρας, ψάλλεται δε αφ' εσπέρας κατ' οικονομίαν και συγκατάβασιν, συμφώνως τω νέω Τυπικώ, μελωδικώτατα είναι πλην του τροπαρίου (Ιδού ο Νυμφίος) τα Καθίσματα (τον Νυμφίον, αδελφοί), το Εξαποστειλάριον (τον Νυμφώνά σου βλέπω) και τα ιδιόμελα των Αίνων και Αποστίχων (Ερχόμενος ο Κύριος). Τέλειον δε υπό φιλολογικήν και καλλιτεχνικήν έποψιν είναι το τριώδιον του ιερού Κοσμά (Τω την άβατον), ενός των δοκιμωτάτων ποιητών της Εκκλησίας, και εκ της σειράς του τριωδίου διαπρέπει πάλιν ο ειρμός της Η' ωδής: "Έφριξε παίδων ευαγών, το ομόστολον ψυχής άσπιλον σώμα, και είξε το τραφέν, εν απείρω ύλη, ακάματον πυρ, αειζώου δε εκμαρανθείσης φλογός, διαιωνίζων ύμνος ανεμέλπετο:

Τον Κύριον πάντα τα έργα υμνείτε, και υπερυψούτε, εις πάντας τους αιώνας".


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1887
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
Loukia Sofou
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 377
Registration date : 10/12/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Δευ Απρ 13, 2009 8:28 pm

Αγαπητή Ελίνα, Ευχαριστώ και εγώ για το αφιέρωμα. Μόνο αν θέλετε κάντε τις απαραίτητες διορθώσεις στο κείμενο το ίδιο και ο Captain Nemos ώστε να μην παρουσιάζει δυσκολία στην ανάγνωση.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
Loukia Sofou
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 377
Registration date : 10/12/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Τρι Απρ 14, 2009 12:29 pm

MEΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ

Εν τη παννυχίδι της χθες, ήτις είναι ο Όρθρος της Μ.Τρίτης, αναγινώσκονται εκ του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου οι ταλανισμοί των Γραμματέων και Φαρισαίων.Ψάλλονται δ' εν τοις Αίνοις κατανυκτικώτατα ιδιόμελα, ανακαλούντα την των Δέκα Παρθένων παραβολήν, ης ανάμνησιν ποιούμεθα τη σήμερον Μ.Τρίτη: "Εν ταις λαμπρότησι των Αγίων σου", "Ο Νυμφίος ο κάλλει ωραίος παρά πάντας αθρώπους". "Δεύτε πιστοί επεργασώμεθα προθύμως τω Δεσπότη" κτλ. Συντομώτατον δε είναι το διώδιον του ιερού Κοσμά, "Το δόγματι τω τυραννικώ".
Απόψε δε ψάλλεται ο Όρθρος της Μ. Τετάρτης, λεγομένου τρίτην και τελευταίαν φοράν του αργού τροπαρίου: "Ιδού ο Νυμφίος". Είτα ψάλλονται τα Καθίσματα, "Η πόρνη εν κλαυθμώ" κτλ. Ευθύς κατόπιν αναγινώσκεται εκ του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου η περικοπή, εν η ιστορείται προς τοις άλλοις η πρώτη προσέγγισις των Ελλήνων εις τον Ιησούν Χριστόν. "Ήσαν δέ τινες Έλληνες εκ των αναβαινόντων εις την εορτήν• ούτοι προσελθόντες Φιλίππω λέγουσιν αυτώ, Κύριε, θέλομεν τον Ιησούν ιδείν• έρχεται Φίλιππος και λέγει τω Ανδρέα, και πάλιν Ανδρέας και Φίλιππος λέγουσι τω Ιησού. Είπεν ουν ο Ιησούς. Ελήλυθεν η ώρα, ίνα δοξασθή ο υιός του ανθρώπου", κ`εξ. Έπεται το τριώδιον "Της πίστεως εν πέτρα με στερεώσας", το Εξαποστειλάριον, και οι Αίνοι: "Σε τον της Παρθένου υιόν, πόρνη επιγνούσα Θεόν έλεγεν, εν κλαυθμώ δυσωπούσα, ως δακρύων άξια πράξασα. Διάλυσον το χρέος, ως καγώ τους πλοκάμους, αγάπησον φιλούσαν, την δικαίως μισουμένην• και πλησίον τελωνών σε κηρύξω, ευεργέτα φιλάνθρωπε". "Το πολυτίμητον μύρον η πόρνη έμειξε μετά δακρύων". "Ότε η αμαρτωλός προσέφερε το μύρον", τα Απόστιχα "Σήμερον ο Χριστός". "Η απεγνωσμένη διά τον βίον" κτλ. Των Αποστίχων Δοξαστικόν είναι το περιλάλητον ιδιόμελον Κασσιανής μοναχής "Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις, περιπεσούσα γυνή", όπερ οι πολλοί των εν Αθήναις ψαλτών καλώς εν γένει φιλοτιμούνται να μέλπωσιν, ως και παν ό,τι από διφθέρας ψάλλουσιν. Τα ποιητικώτατα όμως και μελωδικώτατα τριώδια του ιερού Κοσμά, δεν ηξίωσαν ποτέ να μελετήσωσιν, αταλαιπώρως έχοντες και ολιγώρως προς τα τοιαύτα. Εν γένει δε τα του Τυπικού δεν τηρούνται αυστηρώς εν Αθήναις.
Ηξεύρω τας επιπροσθούσας δυσκολίας, και δεν αγνοώ τας αντιρρήσεις, ας δύναται να προτείνη τις προς τα λεγόμενα. Εις τους εν Αθήναις ναούς συρρέει πολύ πλήθος τας ημέρας ταύτας, θορυβώδεις είναι οι ομηγύρεις, τάξις πολλή και ακρίβεια αδύνατον να τηρηθή. Συνομολογώ. Αλλά τα εν λόγω τροπάρια, συντομώτατα όντα, και ειρμολογικώς ψαλλόμενα, δεν απαιτούσιν ή πέντε λεπτά της ώρας. Η Μ. Εκκλησία προείδε πάντα και περιέκοψεν εκ του Τυπικού ό,τι ήτο δυνατόν να περικοπή, παρέλιπε τας στιχολογίας και τας αναγνώσεις, και ηλάττωσεν από ιβ' εις ς' τα τροπάρια εκάστης ωδής του Κανόνος. Περισσότερον δεν ηδύνατο να πράξη, ουδ' επιτρέπεται να λέγηται το Δόξα Πατρί ευθύς μετά τον ειρμόν εκάστης ωδής. Όστις δε άλλως θεσπίζει, αυθαιρέτως πράττει και σφετερίζεται ξένα δικαιώματα, ανώτερον της Μ.Εκκλησίας εαυτόν ποιών.
Βεβαίως οι ψάλται δεν πταίουσι πολύ, μη έχοντες αυτοβουλίαν. Ελλείψει εκκλησιάρχου ή τυπικάρη, ο δεξιός ψάλτης εκάστου ναού έπρεπε να διευθύνη αυτός τα της ακολουθίας, παρά μόνου του προεστώτος των εφημερίων ακούων παρατηρήσεις και λαμβάνων διαταγάς. Αλλ' ουχ ούτως έχει το πράγμα εν Αθήναις. Μόνο οι επίτροποι των ναών επιβάλλουσι θέλησιν, ιερείς δε και ψάλται εκλείπουσι προ αυτών. Πού ηκούσθη τούτο, και πώς είναι δυνατόν οι επίτροποι, λαϊκοί άνθρωποι, έργον έχοντες το πωλείν κηρία και περιφέρειν τους δίσκους, πώς είναι δυνατόν ν' αναμειγνύωνται εις καθαρώς πνευματικά πράγματα; Και άνθρωποι αμαθείς περί τα εκκλησιαστικά, ως είναι οι πλείστοι, ποίον κύρος και ποίαν αρμοδιότητα έχουσι να επεμβαίνωσιν εις τα τοιαύτα; Είδον πολλάκις εν Αθήναις επιτρόπους επιτάττοντας των εφημερίω να παραλίπη την Εκτενή, μετά το Ευαγγέλιον εν τη Λειτουργία, και να εκφωνήση ευθύς "Όπως υπό του κράτους σου", είδον καί τινας απαγορεύοντας τω εφημερίω να εκφωνήση λόγον επ' εκκλησίας. Προδήλως οι τοιούτοι επίτροποι αντιποιούνται αυτόχρημα επισκοπικής εξουσίας, και καθ' υπέρβασιν μάλιστα.
Αλλά τις θα είπη, ότι δεν πταίουσιν οι ιερείς, δεχόμενοι ούτως ευκόλως τοιούτον ζυγόν; Ίλεως γένοιτό μοι ο Κύριος, εν ταις αγίαις ταύταις ημέραις, αλλά δεν επεμβαίνω εις τα του ιδιωτικού βίου του Κλήρου. Τα της εκτελέσεως όμως της εξωτερικής λατρείας, δημόσιον έχοντα χαρακτήρα, νομίζω ότι υπόκειται εις συζήτησιν. Περισσοτέρα τάξις, μεγαλυτέρα ευπρέπεια και ευκοσμία επ' εκκλησίας, δεν θα εζημίου αυτούς ούτε υλικώς. Οι ποιμένες πρέπει να κατέχωσι την τέχνην του προσελκύειν το ποίμνιον. Εάν τολμήση τις ν' αποτείνη κατ' ιδίαν φιλικήν παρατήρησιν πρός τινα των ιερέων, θα ακούση παρ' αυτού, άλλοτε ότι πταίουσιν οι επίσκοποι, και άλλοτε ότι πταίει ο λαός. Τις πταίει; Βεβαίως πρώτον οι επίσκοποι, είτα οι ιερείς, και τελευταίος ο λαός. Άλλο το ζήτημα αν η Πολιτεία εν Ελλάδι διέφθειρε και υπεδούλωσε την Εκκλησίαν. Εάν όμως υπήρχεν ολίγη καλή προαίρεσις, πολλά άτοπα ηδύναντο να διορθωθώσιν. Παραπονείται ο Κλήρος κατά του λαού, ότι δεν φοιτά εις τας εκκλησίας, και ο λαός πάλιν παραπονείται κατά του Κλήρου ότι δεν φυλάττει τα χρέη του. Αλλ' οι ιερείς, αφού τοιούτον εξελέξαντο έργον, ας τελώσι καλώς τα νενομισμένα, και ας μη συρρέη ο λαός. Δια τί είναι αυτοί; Δια να προσεύχωνται υπέρ του λαού, είτε προσερχομένου εις τους ναούς, είτε απέχοντος. Ας πράττωσι το καθήκον των, και αν δεν σώσωσιν όλους, θα σώσωσι δύο ή τρεις ή ένα μόνον, τόσον αρκεί. Αλλά μηχανικώς, απροσέκτως, ραθύμως, και ως αγγαρείαν τινά εκτελούντες τα τυπικά χρέη των, οσημέραι αποξενούσι πλείονας από της Εκκλησίας.
Και μη νομίση τις, ότι ηξεύρουσι μόνον πώς να συντέμνωσι τας ακολουθίας, ηξεύρουσι και πώς να τας μηκύνωσιν ενίοτε. Προ δύο ή τριών ετών, εις ένα των πρωτίστων ναών της πρωτευούσης, κατά την Β' Ανάστασιν, εις το "Κύριε εκέκραξα" οι ψάλται ήρχισαν την στιχολογίαν, του "Θου Κύριε", το οποίον παραλείπουν οπόταν αυτοίς δόξη, έψαλλον δε τότε, ότε απαγορεύεται. Ηξεύρετε δε ποίος ο λόγος; Ιερεύς τις είχεν εξέλθει με την εικόνα, και διήρχετο τας τάξεις του λαού, ποιών τον ασπασμόν, όστις, ειρήσθω εν παρόδω, τελείται κανονικώς εις τα Απόστιχα. Αλλ' έστω. Ο αγαθός ιερεύς ήθελε να προλάβη να περιέλθη όλους τους εκκλησιαζομένους, και δια τούτο διέταξε τον ψάλτην να βάλη την στιχολογίαν, δηλ. μας έφερεν οπίσω την Τεσσαρακοστήν, ήτις μόλις είχε τελειώσει. Και όμως πόσον ευλογώτερον ηδύνατο να διατάξη όπως ψαλώσιν αργότερον του συνήθους τα στιχηρά της Οκτωήχου "Τον προ αιώνων εκ Πατρός γεννηθέντα", και ούτω... τούτο ποιήσαι, κακείνο μή αφιέναι...

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1887
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
ΔΑΝΑΗ
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 7925
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Τρι Απρ 14, 2009 12:42 pm

Τα κείμενα αγαπητή Λουκία του Νέμου και της Ελίνας διαβάζονται σωστά όταν έχει κάποιος τις ανάλογες γραμματοσειρές στον υπολογιστή του. Είναι πολυτονική γραφή και αυτό δημιουργεί πρόβλημα. Όμως αν διορθωθούν θα χαθεί και η αυθεντικότητά τους.

Σε ευχαριστώ θερμά που συμμετέχεις στο αφιέρωμα. Γιατί εσύ περισσότερο από όλους μας γνωρίζεις τον Παπαδιαμάντη. Περιμένουμε με ακόρεστη δίψα και τις επόμενες αναρτήσεις σου. Μεγαλυνάρια της δικής μας Μεγάλης βδομάδας. Της ελληνικής.

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
Loukia Sofou
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 377
Registration date : 10/12/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Τετ Απρ 15, 2009 10:30 am


MEΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ




Από της εσπέρας ταύτης παύουσι τα Μεγάλα Απόδειπνα εν ταις εκκλησίαις, ήτοι σώνεται το Κύριε των Δυνάμεων, παύουσιν αι μετάνοιαι, και αναγινώσκεται απόψε το Μικρόν Απόδειπνον "Ανώγεων εστρωμένον", ποίημα του Αγίου Ανδρέου Κρήτης, όστις εποίησε και τον Μ.Κανόνα, το αριστούργημα τούτο της Ιεράς Μούσης.

Εν τω απόψε ψαλλομένω Όρθρω της Μ.Πέμπτης, η στιχολογία του ιερού Ψαλτηρίου, κατά τα αρχαία Τυπικά, αργεί, ήτοι διακόπτεται από της ημέρας ταύτης μέχρι της Κυριακής του Θωμά. Όθεν και αναγινώσκεται το Ευαγγέλιον, ιστορούν την παράδοσιν των φρικτών μυστηρίων εν τω Δείπνω, ευθύς μετά το τέλος του αργού τροπαρίου, "Ότε οι ένδοξοι Μαθηταί", δεν μεσολαβούσι δηλ. Καθίσματα ψαλτά, άτινα ουδέν άλλο είναι ή μεταβατικός τρόπος και ανάπαυσις των χύμα λεγομένων Καθισμάτων του Ψαλτηρίου. Μετά δε την συμπλήρωσιν του ιερού Ευαγγελίου, αρχόμεθα του Κανόνος.

Ιστέον δε, ότι πρώτην φοράν τη Μεγάλη Πέμπτη λέγεται, εν τη Μεγάλη Εβδομάδα, πλήρης και τέλειος Κανών. Μέχρι τούδε είχομεν απλούν τριώδιον. Σημειούμεν δε χάριν των αγνοούντων, ότι πας Κανών σύγκειται εξ εννέα ωδών, τα δε τριώδια, κλάσματα Κανόνος όντα, επεκράτησε να ψάλλωνται πένθους ένεκα κατά την Μ.Τεσσαρακοστήν, όθεν και ωνομάσθη Τριώδιον όλη η περίοδος, καθ' ην ψάλλονται ταύτα.

Εκ δε των εννέα ωδών αι μεν οκτώ ανήκουσιν εις την Παλαιάν, η δε ενάτη και μόνη εις την Καινήν Διαθήκην. Εκ των οκτώ, η α' είναι εις ανάμνησιν της εξόδου και της διαβάσεως της Ερυθράς, η β', παραλειπομένη συνήθως, πλην εν τοις άγαν κατανυκτικοίς ως εν τω Μ. Κανόνι, εις ανάμνησιν του Δευτερονομίου, η γ' είναι προσευχή Άννης της μητρός Σαμουήλ, η δ' Αββακούμ του προφήτου, η ε' Ησαϊου, η ς' Ιωνά, η ζ' προσευχή των Τριών Παίδων, η η' ύμνος των αυτών. Η θ' ωδή, της Νέας Διαθήκης, είναι ωδή της Υπεραγίας Θεοτόκου, "Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον", και προσευχή Ζαχαρίου του πατρός του Προδρόμου "Ευλογητός Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ". Η κατά Κυριακήν ψαλλομένη Τιμιωτέρα ανήκει εις την θ' ωδήν. Δια τον λόγον τούτον, η Υπεραγία Θεοτόκος και Παρθένος Μαρία τάσσεται πρώτη χρονολογικώς συγγραφεύς της Νέας Διαθήκης.


Σύντομον ανάλυσιν του Κανόνος της Μ. Πέμπτης, εξόχου καλλιτεχνήματος του Αγίου Κοσμά, επισκόπου Μαϊουμά, θετού αδελφού του Αγ. Ιωάννου του Δαμασκηνού, ομοζήλου αυτώ και εφαμίλλου, καλόν νομίζομεν να παραθέσωμεν ενταύθα. Η πρώτη ωδή λαμβάνει την υπόθεσιν εκ του γνωστού κεφαλαίου των Παροιμιών του Σολομώντος, "Η Σοφία ωκοδόμησεν εαυτή οίκον", όθεν και ψάλλει ο ιερός μελωδός: "Η πανταιτία, και παρεκτική ζωής, η άπειρος Σοφία του Θεού, ωκοδόμησε τον οίκον εαυτής, Αγνής εξ απειράνδρου Μητρός". Είτα επιφέρει: "Μυσταγωγούσα φίλους εαυτής, την ψυχοτρόφον ετοιμάζει τράπεζαν, αμβροσίας δε η όντως, Σοφία του Θεού, κιρνά κρατήρα πιστοίς", κτλ. Και πάλιν, "Ακουτισθώμεν πάντες οι πιστοί, συγκαλουμένης υψηλώ κηρύγματι, της εμφύτου και ακτίστου, Σοφίας του Θεού". Εν τη γ' ωδή εξαίρεται η άπειρος οικονομία του Θεού, και εισάγεται ο Χριστός καλών τους πιστούς εις μετάληψιν του Μυστικού Δείπνου. Είτα ψάλλονται τα Καθίσματα. Ιστέον δε ότι πας Κανών διαιρείται εις τρία μέρη, στάσεις λεγόμενα, και εις το διάλειμμα της μεν πρώτης στάσεως ψάλλεται κάθισμα, της δε δευτέρας λέγεται το Κοντάκιον και ο Οίκος μετά του Συναξαριστού. Η δ' ωδή, παθητικωτάτη ούσα, στρέφεται περί τα ρήματα του Χριστού, ά είπεν εν τω Μυστικώ Δείπνω, "Μεθ' υμών, του Πάσχα μετασχείν, τούτου επεθύμησα" και "Γεννήματος αμπέλου δε, πίομαι λοιπόν, ουκέτι μεθ' υμών βιοτεύων, τον Μονογενή επεί με ιλασμόν, ο Πατήρ, εις τον κόσμον απέστειλεν". Εν τη ε' ιστορείται ο ιερός Νιπτήρ: "Η το άσχετον κρατούσα, και υπερώον εν αιθέρι ύδωρ, η αβύσσους χαλινούσα, και θαλάσσας αναχαιτίζουσα, Θεού Σοφία, ύδωρ νιπτήρι βάλλει, πόδας αποπλύνει δε, δούλων δεσπότης". Η ς' ωδή, συντομώτατα και καιριώτατα, αναφέρει τας προς ταπείνωσιν προτροπάς του Χριστού.

Είτα μετά το διάλειμμα άρχεται η ζ' ωδή, εν η εκτίθενται αι περί του προδότου ενδείξεις του Σωτήρος. Το πρώτον μετά τον ειρμόν τροπάριον ταύτης, "Νευστάζων κάραν Ιούδας, κακά προβλέπων", ηρανίσθη ο μελωδός εκ του ομηρικού στίχου της Οδυσσείας:


Νευστάζων κεφαλήν, δή γάρ κακόν όσσετο θυμώ.


Το δε τρίτον περιέχει τολμηρόν, αλλά χαριέστατον υπερβατόν. "Μεθ' όστις εμού την χείρα, τρυβλίω βάλη θρασύτητι", αντί, Όστις μετ' εμού την χείρα, κτλ. Η η' ωδή αντιπαραβάλλει ζωηρότατα την πίστην των Αποστόλων, και την εσωτερικήν ανάπαυσιν της συνειδήσεως αυτών,προς την ελεεινότητα του προδότου Ιούδα. "Οι δαιτυμόνες οι μακαριστοί, εν τη Σιών τω λόγω προσκαρτερήσαντες, οι Απόστολοι παρείποντο των ποιμένι ως άρνες", και "Νόμου φιλίας ο δυσώνυμος Ισκαριώτης, γνώμη επιλαθόμενος, ούς ενίψατο ηυτρέπισεν, εις προδοσίαν πόδας", κτλ. Εν τη θ' ωδή, εισάγεται ο Χριστός πρωτοπροσώπως και βροντοφώνως εκφωνών υπεράνθρωπα και ουράνια έπη: "Δημιουργόν ο Πατήρ, προ των αιώνων Σοφίαν, γεννά αρχήν οδών με εις έργα έκτισε". Και είτα: "Ως άνθρωπος υπάρχω, ουσία ου φαντασία, ούτω Θεός, τω τρόπω της αντιδόσεως, η φύσις η ενωθείσά μοι∙ Χριστόν ένα διό με γνώτε", κτλ. και λήγει ο Κανών.

Μετά το Εξαποστειλάριον, "Τον νυμφώνά σου βλέπω", τελευταίαν φοράν αδόμενον απόψε, άρχονται οι Αίνοι εις β' ήχον, "Συντρέχει λοιπόν", "Ιούδας ο παράνομος Κύριε", "Ιούδας ο δούλος και δόλιος" κτλ. Δόξα, "Όν εκήρυξεν αμνόν Ησαϊας". Έπονται τα Απόστιχα. "Σήμερον το πονηρόν συνήχθη συνέδριον", κτε. Δόξα, "Ο τρόπος σου δολιότητος γέμει". Το Και νύν, περιπαθές και κατανυκτικόν, εις ήχ.πλ.α', έχει ως εξής: "Μυσταγωγών σου Κύριε, τους μαθητάς, εδίδασκες λέγων. Ώ φίλοι, οράτε, μηδείς υμάς χωρίση μου φόβος∙ ει γαρ πάσχω, αλλ' υπέρ του κόσμου∙ μη ουν σκανδαλίζεσθε εν εμοί, ου γαρ ήλθον διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι, και δούναι την ψυχήν μου, λύτρον υπέρ του κόσμου. Ει ουν υμείς φίλοι μου εστέ, εμέ μιμείσθε∙ ο θέλων πρώτος είναι, έστω έσχατος, ο δεσπότης ως ο διάκονος∙ μείνατε εν εμοί, ίνα βότρυν φέρητε∙ εγώ γαρ ειμι της ζωής η άμπελος".


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1887



Απολυτίκιον ήχος πλ. δ’

Ότε οι ένδοξοι Μαθηταί, εν τώ νιπτήρι τού Δείπνου εφωτίζοντο, τότε Ιούδας ο δυσσεβής, φιλαργυρίαν νοσήσας εσκοτίζετο, καί ανόμοις κριταίς, σέ τόν δίκαιον Κριτήν παραδίδωσι. Βλέπε χρημάτων εραστά, τόν διά ταύτα αγχόνη χρησάμενον, φεύγε ακόρεστον ψυχήν τήν Διδασκάλω τοιαύτα τολμήσασαν. Ο περί πάντας αγαθός, Κύριε δόξα σοι.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
Loukia Sofou
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 377
Registration date : 10/12/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Τετ Απρ 15, 2009 11:54 am


Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΝΑΣ




Το αφιέρωμα της Ελίνας στον Παπαδιαμάντη μου έδωσε την αφορμή να ανατρέξω στο διήγημα του Παπαδιαμάντη Ιερείς των Πόλεων και Ιερείς των χωρίων που έγραψε το 1896. Αναφέρεται σε ένα πραγματικό συνειδητό και άοκνο ιερουργό που με την απεριόριστη καλοσύνη του, την υπερβολική του αφιλοχρηματία, το ακτινοβόλο ιερατικό του ήθος, την ταπείνωσή του, καταξιώθηκε στη συνείδηση του λαού ως Άγιος πολυαγαπημένος και θαυματουργός. Ένα πρότυπο ιερέα, απλό, γνήσιο, αληθινό. Ο πρώτος που δίνει γραπτές μαρτυρίες για τον παπά - Νικόλα είναι ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Στα Αθηναϊκά του διηγήματα γράφει για τον ταπεινό ιερέα που γνώρισε στο παρεκκλήσι του Αγίου Ελισαίου, στην Πλάκα, τα όσα έζησε μαζί με τον εξάδελφό του Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, στις ακολουθίες, εσπερινούς, όρθρους και αγρυπνίες, στις οποίες έψαλλαν οι ίδιοι (ο Παπαδιαμάντης ως δεξιός και ο Μωραϊτίδης ως αριστερός ψάλτης). Τον ονομάζει "άξιο λειτουργό του υψίστου" και τον αντιπαραβάλλει με τους "επαγγελματίες ιερείς".




Το εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου, που χρονολογείται στα μέσα του 16ου αιώνα, αποτέλεσε τα χρόνια από το 1885 έως το 1943 «στέκι» λογοτεχνών και λογίων της εποχής. Εκεί εκκλησιάζονταν, εξαιτίας της εμβληματικής μορφής του Παπαδιαμάντη και «εκ περιεργείας», για ν' ακούσουν τη «φωνή γεμάτη ευλάβεια», ο Παύλος Νιρβάνας, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ο Γιάννης Βλαχογιάννης, ο Γεράσιμος Βώκος κ.ά.

Ο Παπαδιαμάντης πέθανε το 1911, αλλά οι αγρυπνίες συνεχίστηκαν από τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, ο οποίος το 1925, τέσσερα χρόνια πριν πεθάνει, πρόλαβε και εξέδωσε την Ακολουθία του Αγίου Ελισσαίου. Απ' όσα γράφει στον πρόλογο φαίνεται ότι οι αγρυπνίες ξεκίνησαν γύρω στο 1885 και σύντομα άρχισαν να συμμετέχουν ο ίδιος και ο Παπαδιαμάντης.

ΙΕΡΕΙΣ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ ΚΑΙ ΙΕΡΕΙΣ ΤΩΝ ΧΩΡΙΩΝ (απόσπασμα). Πρώτη δημοσίευση στο λεύκωμα Η Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνας του 1896, με την υπογραφή Α.Παπαδιαμάντης. Πρώτη αναδημοσίευση στα Άπαντα του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΛΕΤΑ (Ε').

..... "Mεταξύ των υπαρχόντων ιερέων υπάρχουσιν ακόμη πολλοί ενάρετοι και αγαθοί, εις τας πόλεις και εις τα χωρία. Είναι τύποι λαϊκοί, ωφέλιμοι, σεβάσμιοι. Ας μην εκφωνώσι λόγους. Ηξεύρουσιν αυτοί άλλον τρόπον πώς να διδάσκωσι το ποίμνιον.

Γνωρίζω ένα ιερέα εις τας Αθήνας. Είναι ο ταπεινότερος των ιερέων και ο απλοϊκότερος των ανθρώπων. Δια πάσαν ιεροπραξίαν αν του δώσης μίαν δραχμήν ή πενήντα λεπτά ή μίαν δεκάραν, τα παίρνει. Αν δεν του δώσης τίποτε, δεν ζητεί. Διά τρεις δραχμάς εκτελεί ολόκληρον παννύχιον ακολουθίαν. Απόδειπνον, Εσπερινόν, Όρθρον, Ώρας, Λειτουργίαν. Το όλον διαρκεί εννέα ώρας. Αν του δώσης μόνον δύο δραχμάς, δεν παραπονείται.

Κάθε ψυχοχάρτι, φέρον τα μνημονευτέα ονόματα των τεθνεώτων, αφού άπαξ του δώσης, το κρατεί διά πάντοτε. Επί δύο, τρία, τέσσαρα, πέντε έτη εξακολουθεί να μνημονεύη τα ονόματα, δι' είκοσι λεπτά τα οποία του έδωκες εισάπαξ. Εις κάθε προσκομιδήν μνημονεύει δύο ή τρεις χιλιάδας ονόματα. Δεν βαρύνεται ποτέ. Η προσκομιδή παρ' αυτώ διαρκεί δύο ώρας. Η Λειτουργία άλλας δύο. Εις την απόλυσιν της Λειτουργίας, όσα κομμάτια έχει εντός του ιερού, από πρόσφορα ή αρτοκλασίαν, τα μοιράζει όλα εις όσους τύχουν. Δεν κρατεί σχεδόν τίποτε.

Μίαν φοράν έτυχε να χρεωστή μικρόν χρηματικόν ποσόν, και ήθελε να το πληρώση, είχε δέκα ή δεκαπέντε δραχμάς, όλα εις χαλκόν, επί δύο ώρας εμετρούσεν, εμετρούσε και δεν ημπορούσε να τα εύρη πόσα ήσαν. Τέλος είς άλλος χριστιανός έλαβε τον κόπον και του τα εμέτρησεν.

Είναι ολίγον τι βραδύγλωσσος, και περισσότερον αγράμματος. Εις τας ευχάς, τας περισσοτέρας λέξεις τας λέγει ορθάς, εις το Ευαγγέλιον τας περισσοτέρας εσφαλμένας. Θα ειπήτε, διατί η αντίθεσις αυτή; Αλλά τας ευχάς τας ιδίας απαγγέλλει καθ' εκάστην, ενώ την δείνα περικοπήν του Ευαγγελίου θα την αναγνώση άπαξ ή δις ή, το πολύ, τρις του έτους, εξαιρέσει ωρισμένων περικοπών συχνά αλλ' ατάκτως επανερχομένων, ως εις τους Αγιασμούς και τας Παρακλήσεις.

Τα λάθη, όσα κάμνει εις την ανάγνωσιν, είναι πολλάκις κωμικά. Και όμως εξ όλων των ακροατών του, εξ όλου του εκκλησιάσματος, κανείς μας δεν γελά. Διατί; Τον εσυνηθίσαμεν, και μας αρέσει. Είναι αξιαγάπητος. Είναι απλοϊκός και ενάρετος. Είναι άξιος του πρώτου των Μακαρισμών του Σωτήρος .

Τώρα, υποθέσατε δύο υποθέσεις, μίαν αδύνατον, και μίαν δυνατήν, υποθέσατε ότι αυτός ο ίδιος ιερεύς είχεν εξέλθει από ιεροδιδασκαλείον, παλαιόν ή νέον∙ θα είχε διαφοράν επί το βέλτιον;

Θα ήτο πασσαλειμμένος με ολίγα ατελή, κακοχώνευτα και συγκεχυμένα γράμματα, με περισσότερον οίησιν και αξιώσεις. Θα ήτο δια τούτο καλύτερος;...."

0 Παπαδιαμάντης αναφέρεται επίσης και σε άλλο διήγημά του στον Παπα-Νικόλα, αυτή τη φορά ονομαστικά. Γράφει ότι η μικρή Κούλα πέθανε και οι ψάλτες μαζί με τους ιερείς έψαλλον το "δεύτε τελευταίον ασπασμόν" και συνεχίζει λέγοντας χαρακτηριστικά: "Μόνος ο παπα-Νικόλας από τον Άη-Γιάννη του Αγρού, ο Ναξιώτης, εφαίνετο ότι έπιανε χωριστήν ακολουθίαν, εμουρμούριζε μέσα του, και τα όμματά του εφαίνοντο δακρυσμένα. "Τι μουρμουρίζεις παπά;", του είπα από το όπισθεν του στασιδίου, όπου είχεν ακουμβήσει. "Λέγω την ακολουθίαν των νηπίων μέσα μου", είπεν ο παπα-Νικόλας. Εις αυτό το άκακον αρμόζει η ακολουθία των νηπίων".
(Τα Τραγούδια του Θεού, 1908)
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
Αερικό
Τζόβενο


Αριθμός μηνυμάτων : 38
Registration date : 30/11/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Τετ Απρ 15, 2009 1:17 pm

Οι διακοπές αυτών των ημερών για πολλούς από μας είναι δεμένες με τον ποιητικό λόγο του Παπαδιαμάντη. Με τον ποιητικό όμως. Όχι με την περιγραφή των τυπικών που ακολουθούν αυτές τις μέρες στις εκκλησίες τους οι χριστιανοί. Χάρηκα όσο δε λέγεται τα διηγήματα που προηγήθηκαν αλλά τι σχέση έχουν οι χριστιανικοί ύμνοι και οι άγιοι; Δεν ξέρω. Ίσως να κάνω και λάθος και να βοηθά και αυτή η σκοπιά να προσεγγίσουμε τον Παπαδιαμάντη και την εποχή του. Αλλά και πάλι υπάρχουν τόσα έξοχα δείγματα των ηθογραφικών του διηγημάτων που μας μιλούν για τον άνθρωπο κάθε εποχής και έχουν διαχρονική αξία να διαβάζονται. Και για να μην είμαι μόνο λόγια, θα φροντίσω να συμβάλω κι εγώ με τη σειρά μου στη συνέχεια αυτής της μορφής του αφιερώματος. Και πάλι συγνώμη αλλά ελπίζω να εκτιμηθεί ως έκφραση ελεύθερης σκέψης, δεν είναι σκοπός μου να προσβάλω κανέναν και ειδικά τη Λουκία που εκτιμώ βαθύτατα για τη συνεισφορά της στο φόρουμ. Είναι πολύ σημαντικό για μένα να μην το παρεξηγήσει και να καταλάβει σε ποια πλαίσια το είπα.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
Αερικό
Τζόβενο


Αριθμός μηνυμάτων : 38
Registration date : 30/11/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Τετ Απρ 15, 2009 1:37 pm

ΤΑ ΠΤΕΡΟΕΝΤΑ ΔΩΡΑ



Ξένος του κόσμου και της σαρκός κατήλθεν την παραμονήν από τα ύψη συστείλας τας πτέρυγας, όπως τας κρύπτει θείος άγγελος. Έφερε δώρα από τα άνω βασίλεια, δια να φιλεύση τους κατοίκους της πρωτευούσης. Ήτον ο καλός άγγελος της πόλεως.

Εκράτει εις την χείραν εν άστρον και επί του στέρνου του έπαλλε ζωή και δύναμις και από το στόμα του εξήρχετο πνοή θείας γαλήνης. Τα τρία ταύτα δώρα ήθελε να μεταδώση εις όλους όσοι προθύμως τα δέχονται.

Εισήλθεν εν πρώτοις εις εν αρχοντικόν μέγαρον. Είδεν εκεί το ψεύδος και την σεμνοτυφίαν, την ανίαν και το ανωφελές της ζωής, ζωγραφισμένα εις τα πρόσωπα του ανδρός και της γυναικός και ήκουε τα δύο τέκνα να ψελλίζωσι λέξεις εις άγνωστον γλώσσαν. Ο Άγγελος επήρε τα τρία ουράνια δώρα του και έφυγε τρέχων εκείθεν.

Επήγεν εις την καλύβαν πτωχού ανθρώπου. Ο ανήρ έλειπεν όλην την ημέραν εις την ταβέρναν. Η γυνή επροσπάθει ν’ αποκοιμήση με ολίγον ξηρόν άρτον τα πέντε τέκνα, βλασφημούσα άμα την ώραν που είχεν υπανδρευθή. Τα μεσάνυχτα επέστρεψεν ο σύζυγός της· αυτή τον έβρισε νευρική, με φωνήν οξείαν, εκείνος την έδειρε με την ράβδον την οζώδη και μετ’ ολίγον οι δύο επλάγιασαν, χωρίς να κάμουν την προσευχήν των και ήρχισαν να ροχαλίζουν με βαρείς τόνους. Έφυγεν εκείθεν ο Άγγελος.

Ανέβη εις μέγα κτήριον, πλουσίως φωτισμένων. Ήσαν εκεί πολλά δωμάτια με τραπέζας κι επάνω των έκυπτον άνθρωποι, μετρούντες αδιακόπως χρήματα, παίζοντες με χαρτιά. Ωχροί και δυστυχείς, όλη η ψυχή των ήτο συγκεντρωμένη εις την ασχολίαν ταύτην. Ο Άγγελος εκάλυψε το πρόσωπον με τας πτέρυγάς του, δια να μην βλέπη, κι έφυγε δρομαίος.

Εις τον δρόμον συνήντησε πολλούς ανθρώπους, άλλους εξερχομένους από τα καπηλεία, οινοβαρείς και άλλους κατερχομένους από τα χαρτοπαίγνια, μεθύοντας χειροτέραν μέθην. Τινάς είδε ν’ ασχημονούν και τινάς ήκουσε να βλασφημούν τον Άη-Βασίλην ως πταίστην. Ο Άγγελος εκάλυψε με τας πτέρυγάς του τα ώτα, δια να μην ακούη, και αντιπαρήλθεν.

Υπέφωσκεν ήδη η πρωία της πρωτοχρονιάς και ο Άγγελος, δια να παρηγορηθή, εισήλθεν εις την εκκλησίαν. Αμέσως πλησίον εις τας θύρας είδεν ανθρώπους να μετρούν νομίσματα, μόνον πως δεν είχον παιγνιόχαρτα εις τας χείρας και εις το βάθος αντίκρυσεν ένα άνθρωπον χρυσοστόλιστον και μιτροφορούντα ως Μήδον σατράπην της εποχής του Δαρείου, ποιούντα διαφόρους ακκισμούς και επιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιά και αριστερά, άλλοι μερικοί έψαλλον με πεπλασμένας φωνάς: Τον Δεσπότην και αρχιερέα!

Ο Άγγελος δεν εύρε παρηγορίαν. Επήρε τα πτερόεντα δώρά του – το άστρον το προωρισμένον να λάμπη εις τας συνειδήσεις, την αύραν, την ικανήν να δροσίζη τας ψυχάς και την ζωήν, την πλασμένην δια να πάλλη εις τας καρδίας, ετάνυσε τας πτέρυγας και επανήλθεν εις τας ουρανίας αψίδας.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


    Τι σημασία έχει αν μιλά για κάποια παραμονή Πρωτοχρονιάς; Τα ίδια δεν επαναλαμβάνονται και τούτες τις μέρες; Διαχρονικός ο Παπαδιαμάντης και πέρα από κάθε φραγή του χρόνου. Ένας Διγενής που κατατρόπωσε το χρόνο και νικητής στο αλωνάκι του σπαθίζει τις φτερούγες του ως άγγελος αληθινός. Ας φροντίσει ο καθένας μας αυτές τις μέρες και όχι μόνο αυτές να μην τον απογοητεύει. Να σταθεί πια ανάμεσά μας και να μας χαρίσει τα πτερόεντα δώρα του.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
ΕΛΙΝΑ
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 327
Registration date : 31/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Τετ Απρ 15, 2009 1:57 pm

Αγαπητό Αερικό,

ο Παπαδιαμάντης δεν ήταν ο μονοδιάστατος άνθρωπος της εποχής μας. Έχει λοιπόν αξία να τον εξετάζουμε πολύπλευρα και έχει νόημα τεράστιο να διδασκόμαστε από την πολυσχιδή του προσωπικότητα έστω και αν είμαστε ξένοι στη θρησκευτική του ταυτότητα. Μα τι πρέπει να κάνουμε; Να τον ευνουχίσουμε από αυτήν; Νομίζω πως θα ήταν λάθος. Οι αναφορές της φίλης Λουκίας υπηρετούν κατά τη γνώμη μου αυτή την κατεύθυνση, να σμιλευθεί αληθές το πρόσωπό του στο νου μας και άλλον να μην τον περάσουμε. Συνεχίζοντας στην ίδια ρότα θα δώσω κι εγώ μια άλλη πτυχή αυτού του τρομερού ανθρώπου εις επίρρωσιν της άποψης που εξέφρασα:


ΥΠΟ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΙΚΗΝ ΔΡΥΝ


Όταν παιδίον διηρχόμην εκεί πλησίον, επί οναρίου οχούμενος, δια να υπάγω να απολαύσω τας αγροτικάς μας πανηγύρεις, των ημερών του Πάσχα, του Αγίου Γεωργίου και της Πρωτομαγιάς, ερρέμβαζον γλυκά μη χορταίνων να θαυμάζω περικαλλές δένδρον, μεμονωμένον, πελώριον, μίαν βασιλικήν δρυν. Οποίον μεγαλείον είχεν! Οι κλάδοι της χλωρόφαιοι, κατάμεστοι, κραταιοί· οι κλώνές της, γαμψοί ως η κατατομή του αετού, ούλοι ως η χαίτη του λέοντος, προείχον αναδεδημένοι, εις βασιλικά στέμματα. Και ήτον εκείνη άνασσα του δρυμού, δέσποινα άγριας καλλονής, βασίλισσα της δρόσου…

    Από τα φύλλα της εστάλαζε κι έρρεεν ολόγυρά της «μάννα ζωής, δρόσος γλυκασμού, μέλι το εκ πέτρας». Έθαλπον οι ζωηφόροι οποί της έρωτα θείας ακμής, κι έπνεεν η θεσπεσία φυλλάς της ίμερον τρυφής ακηράτου. Και η κορυφή της βαθύκομος ηγείρετο ως στέμμα παρθενικόν, διάδημα θείον.

    Ησθανόμην άφατον συγκίνησιν να θεωρώ το μεγαλοπρεπές εκείνο δένδρον. Εφάνταζεν εις το όμμα, έμελπεν εις το ούς, εψιθύριζεν εις την ψυχήν φθόγγους αρρήτου γοητείας. Οι κλώνες, οι ράμνοι, το φύλλωμά της, εις του ανέμου την σείσιν, εφαίνοντο ως να ψάλλωσι μέλος ψαλμικόν, το «Ως εμεγαλύνθη». Μ΄ έθελγε, μ΄ εκήλει, μ΄ εκάλει εγγύς της. Επόθουν να πηδήσω από του υποζυγίου, να τρέξω πλησίον της, να την απολαύσω· να περιπτυχθώ τον κορμόν της, όστις θα ήτον αγκάλιασμα δια πέντε παιδιά ως εμέ, και να τον φιλήσω. Να προσπαθήσω ν΄ αναρριχηθώ εις το πελώριον στέλεχος, το αδρόν και αμαυρόν, ν΄ αναβώ εις το σταύρωμα των κλάδων της, ν΄ ανέλθω εις τους κλώνας, να υψωθώ εις τους ακρέμονας… Και αν  δεν μ΄ εδέχετο, και αν μ΄ απέβαλλεν από το σώμα της, και μ΄ έρριπτε κάτω, ας έπιπτον να κυλισθώ εις την χλόην της, να στεγασθώ υπό την σκιάν της, υπό τα αετώματα των κλώνων της, τα όμοια με στέμματα Δαυίδ θεολήπτου.  

    Επόθουν, αλλ΄ η συνοδία των οικείων μου, μεθ΄ών ετέλουν τας εκδρομάς εκείνας ανά τα όρη, δεν θα ήθελε να μοι το επιτρέψει. Και μίαν χρονιάν, ήτο κατά τας εορτάς του σωτηρίου έτους 186… , καθώς είχομεν διέλθει πλησίον του δένδρου, εφθάσαμεν εις το Μέγα Μανδρί· – ήτο δε το Μέγα Μανδρί μικρός συνοικισμός, θερινόν σκήνωμα των βοσκών του τόπου. Εκατοίκουν εκεί επτά ή οκτώ οικογένειαι αγροτών. Δύο εκ των οικογενειών τούτων συνεδέοντο προς τους γονείς μου δια δεσμών βαπτίσματος, κολληγοσύνης, κτλ. και όλοι ήσαν φίλοι και συμπατριώται μας.

    Κατηρχόμεθα εκεί συνήθως τας ημέρας του Πάσχα, είτα πάλιν του Αγίου Γεωργίου ή την Πρωτομαγιάν, άλλοτε δε του Αγίου Κωνσταντίνου ή της Αναλήψεως. Επί τερπνού λόφου υπήρχε το παρεκκλήσιον του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, όπου ελειτουργούμεθα.

    Ήγοντο εκεί χοροί και πανηγύρεις· δρόσος και αναψυχή και χάρμα εβασίλευεν. Εθύοντο αρνία και ερίφια, και σπονδαί εγίνοντο πυροξάνθου ανθοσμίου. Ετελούντο αγώνες αμίλλης, δισκοβολίαι και άλματα. Έπληττε τας πραείας ηχούς ο φθόγγος του αυλού και της λύρας, συνοδεύων το έρρυθμον βήμα των παρθένων προς κύκλιον χορόν. Και ξανθαί, ερυθρόπεπλοι βοσκοπούλαι επήδων, επέτων, εκελάδουν.  

    Καθώς είχομεν φθάσει εκεί, την χρονιάν εκείνην, με είχε κυριεύσει ζωηρότερον η εντύπωσις η μαγική της δρυός. Διηρχόμεθα εκάστοτε ουχί μακράν του δένδρου, απέχοντος ημισείας ώρας οδόν από το Μέγα Μανδρί. Ο δρόμος μας ήτον επί της κλιτύος, ολίγον υψηλότερον της θέσεως όπου ίστατο το δένδρον, έτεμνε δε πλαγίως το βουνόν… και η δρυς η μαγική, καθώς εξηκολούθουν να την βλέπω επί ικανήν ώραν, με εγοήτευε και με εκάλει, ως να ήτο πλάσμα έμψυχον, κόρη παρθενική του βουνού.

    Κατά τας ποικίλας κυμάνσεις της οδού, σύμφωνα με τα κοιλώματα ή τας προεξοχάς του εδάφους, και κατά τας κινήσεις του οναρίου τας ιδιοτρόπους και πείσμονας – καθώς εξάνοιγα το πρώτον την δρυν, καθόσον επλησίαζα ή απεμακρυνόμην απ΄αυτής, τόσας θέας, απόψεις και φάσεις ελάμβανε το δένδρον. Εκ πλαγίου και μακρόθεν είχεν όψιν λιγυράς χάριτος· εγγύθεν και κατά μέτωπον, προέκυπτεν όλη μεστή και αμφιλαφής, βαθύχλωρος, επιβάλλουσα ως νύμφη.

    Όλην την νύκτα, κοιμώμενος και αγρυπνών, ωνειρευόμην την δρυν, την θεσπεσίαν και υψηλήν… Την πρωίαν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου, καθώς είχεν ευωδιάσει ο ναΐσκος από δάφνας και λιβανωτίδας, και είχε κρουσθεί τρελά από παιδικάς χείρας ο μικρός κώδων ο υπεράνω του γείσου της στέγης της πλακοσκεπούς, χαιρετίζων το «Ανάστα ο Θεός», το οποίον έψαλλεν ο παπάς ραίνων τους πιστούς με πέταλα ρόδων και ίων…είτα, πριν απολύσει η λειτουργία, εγώ έγινα άφαντος.

    Δια πλαγίου, κρυφού δρομίσκου τον οποίον είχον ανακαλύψει την προτεραίαν, ήρχισα να ανέρχομαι την ράχιν του βουνού… διευθυνόμενος προς το μέρος, όπου ευρίσκετο η βασιλική δρυς. Επίστευον ότι εγνώριζα καλά τον δρόμον.

    Ήτον όλη η οδός ανωφερής, κι εγώ έτρεχον, έτρεχον δια να φθάσω ταχέως, ν΄ ασπασθώ την ερωμένην μου – επειδή η δρυς υπήρξεν η πρώτη παιδική μου ερωμένη – και ταχέως πάλιν να επιστρέψω, φανταζόμενος ότι η απουσία μου τότε δεν θα παρετηρείτο, και δεν θα είχον ν΄ ακούσω επιπλήξεις από τους οικείους.

    Προ εμού είχον αναχωρήσει από το ποιμενικόν σκήνωμα ολίγοι εκ της τάξεως των βοσκών, απερχόμενοι εις την πολίχνην, δια να κομίσωσιν αρνία και τυρίον εις τους κολλήγας, αποφέρωσι δε άλλα οψώνια εκ της πόλεως. Ούτοι θα επέστρεφον προς εσπέραν, και δεν ήτο πιθανόν να συναντήσω τινάς καθ΄ οδόν. Πλην παρ΄ ελπίδα είδον μακρόθεν άλλους ερχομένους προς τα εδώ, εν συνοδία γυναικών και παίδων και υποζυγίων· ούτοι ήρχοντο εκ της πόλεως δια να συνεορτάσωσιν εν τη εξοχή πλησίον των συγγενών των, των βοσκών.

    Πάραυτα εξετράπην της οδού, κι έσπευσα να κρυβώ όπισθεν πυκνών θάμνων. Οι άνθρωποι εκείνοι αν με συνήντων, μεμονωμένον, μακράν των γονέων μου, πορευόμενον άγνωστον πού, θα επαραξενεύοντο, και αν δεν μ΄έπειθον να κατέλθω μετ΄αυτών ευθύς οπίσω, εξ άπαντος θα με κατήγγελλον εις τους γονείς μου, τους οποίους θα εύρισκον κάτω εις το Μέγα Μανδρί. Ήμην ένδεκα ετών παιδίον.

    Εκείνοι ταχέως αντιπαρήλθον, κι εγώ ανέλαβα τον δρόμον μου, αλλά μετ΄ ολίγον τον έχασα. Εις έν σταυροδρόμιον όπου έφθασα, επήρα τον δρόμον αριστερά, τον υψηλότερον, και ασθμαίνων έφθασα εις την κορυφήν του βουνού. Πλην η μεγάλη δρυς υπήρξεν ευεργέτις μου και κηδεμών μου. Αύτη μ΄ εξήγαγεν εκ της απάτης, εφαίνετο δε ως να μοι ένευε μακρόθεν, και με ωδήγει να έλθω πλησίον της.

    Καθώς την είδα χαμηλότερον, δεξιόθεν, αρκετά μακράν, άφησα τον δρομίσκον εις τον οποίον έτρεχα, και στραφείς προς δυσμάς ήρχισα να κατέρχομαι, μέσω των αγρών, υπερπηδών αιμασιάς, χάνδακας, φραγμούς θάμνων και βάτων, σχίζων τας σάρκας μου, αιμάσσων χείρας και πόδας… Τέλος έφθασα πλησίον της ποθητής νύμφης των δασών.

    Ήμην κατάκοπος, κάθιδρος και πνευστιών. Άμα έφθασα, ερρίφθην επί της χλόης, εκυλίσθην επάνω εις παπαρούνες και χαμολούλουδα. Αλλ΄ όμως ησθανόμην κρυφήν ευτυχίαν, ονειρώδη απόλαυσιν. Ερρέμβαζον αναβλέπων εις τους κλώνάς της τους κραταιούς, και ηνοιγόκλειον ηδυπαθώς τα χείλη εις την πνοήν της αύρας της, εις τον θρουν των φύλλων της. Εκατοντάδες πουλιών ανεπαύοντο εις τους κλώνάς της, έμελπον τρελά τραγούδια… Δρόσος, άρωμα και χαρμονή εθώπευον την ψυχήν μου….

    Ήμην αποσταμένος, και δεν είχον κοιμηθεί καλά την νύκτα. Ο ύπνος μού έλειπεν. Εις την σκιάν του πελωρίου δένδρου, εν μέσω των μηκώνων του των κατακοκκίνων, ο Μορφεύς ήλθε και μ΄εβαυκάλησε, και μοι έδειξεν εικόνες, ως εις περίεργον παιδίον.

    Μου εφάνη ότι το δένδρον –έσωζον καθ΄ύπνον την έννοιαν του δένδρου– μικρόν κατά μικρόν μετέβαλλεν όψιν, είδος και μορφήν. Εις μίαν στιγμήν η ρίζα του μου εφάνη ως δύο ωραίαι εύτορνοι κνήμαι, κολλημέναι η μία επάνω εις την άλλην, είτα κατ΄ολίγον εξεκόλλησαν κι εχωρίσθησαν εις δύο· ο κορμός μού εφάνη ότι διεπλάσσετο και εμορφούτο εις οσφύν, εις κοιλίαν και στέρνον, με δύο κόλπους γλαφυρούς, προέχοντας· οι δύο παμμέγιστοι κλάδοι μού εφάνησαν ως δύο βραχίονες, χείρες ορεγόμεναι εις το άπειρον, είτα κατερχόμεναι συγκαταβατικώς προς την γην, εφ΄ης εγώ εκείμην· και το βαθύφαιον, αειθαλές φύλλωμα, μου εφάνη ως κόμη πλουσία κόρης, αναδεδημένη προς τ΄ άνω, είτα λυομένη, κυματίζουσα, χαλαρουμένη προς τα κάτω.

    Το πόρισμά μου, το εν ονείρω εξαχθέν, και εις λήρον εν είδει συλλογισμού διατυπωθέν, υπήρξε τούτο: «Α! δεν είναι δένδρον, είναι κόρη· και τα δένδρα, όσα βλέπομεν, είναι γυναίκες!»

    Όταν μετ΄ολίγον εξύπνησα, ως συνέχειαν του ονείρου έσχον εν νώ την ανάμνησιν της ιστορίας του τυφλού, τον οποίον ο Χριστός εθεράπευσε, καθώς είχον ακούσει τον διδάσκαλόν μας εις την Ιεράν Ιστορίαν: «Καταρχάς μεν είδε τους ανθρώπους ως δένδρα· δεύτερον δε τους είδε καθαρά…»

    Πλην δεν εξύπνησα ακόμη, πριν ακούσω τι έλεγε το φάσμα· η κόρη – η δρυς, είχε λάβει φωνήν και μοι έλεγεν:

    -Ειπέ να μου φεισθούν, να μη με κόψουν….δια να μη κάμω ακουσίως κακόν. Δεν ειμ΄ εγώ νύμφη αθάνατος· θα ζήσω όσον αυτό το δένδρον…

    Εξύπνησα έντρομος, κι έφυγον… Ήτο ήδη μεσημβρία, και ο ήλιος εμεσουράνει…. Έκαιεν υψηλά, υπεράνω της κορυφής της δρυός, ήτις ήτο σκιά αδιαπέραστος… Από τον αντικρινόν λόφον ήκουσα φωνήν να με καλεί εξ ονόματος.

    Ήτο εις μικρός βοσκός, με την κάππαν του, με την στραβολέκαν του, και με δέκα αίγας, τας οποίας ωδήγει. Μου εφώναξεν ότι ο πατήρ μου με ανεζήτει ανήσυχος, και, να τρέξω, να φθάσω ταχέως εκεί κάτω….

    Δεν ενόησα τίποτε από το μαντικόν όνειρον. Αργότερα εδιδάχθην από εγχειρίδιον Μυθολογίας ότι η Αμαδρυάς συναποθνήσκει με την δρυν, εν ή ευρίσκεται ενσαρκωμένη…

    Μετά πολλά έτη, όταν ξενιτευμένος από μακρού επέστρεψα εις το χωρίον μου, κι επεσκέφθην τα τοπία εκείνα, τα προσκυνητάρια των παιδικών αναμνήσεων, δεν εύρον πλέον ουδέ τον τόπον ένθα ήτο ποτε η Δρυς η Βασιλική, το πάγκαλον και μεγαλοπρεπές δένδρον, η νύμφη η ανάσσουσα των δρυμώνων.

    Μία γραία με την ρόκαν της, με δύο προβατίνας τας οποίας έβοσκεν εντός αγρού πλησίον, ευρίσκετο εκεί, καθημένη έξωθεν της μικράς καλύβης της.

    Όταν την ηρώτησα τι είχε γίνει το «Μεγάλο Δέντρο», το οποίον ήτον ένα καιρόν εκεί, μοι απήντησεν:

    -Ο σχωρεμένος ο Βαργένης το έκοψε…μα κι εκείνος δεν είχε κάμει νισάφι με το τσεκούρι του· όλο θεόρατα δέντρα, τόσα σημαδιακά πράματα… Σαν το ΄κοψε κι ύστερα, δεν είδε χαΐρι και προκοπή. Αρρώστησε, και σε λίγες μέρες πέθανε… Το Μεγάλο Δέντρο ήτον στοιχειωμένο.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (1901)

_________________
«Πρώτα προσπαθούν να σε αγνοήσουν, μετά να σε γελοιοποιήσουν, μετά να σε πολεμήσουν και μετά τους νικάς» (Γκάντι)
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
ΕΛΙΝΑ
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 327
Registration date : 31/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Τετ Απρ 15, 2009 2:55 pm

Διαβάζοντας κανείς το παραπάνω έξοχο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη ο νους του πηγαίνει σε άλλους γνωστούς και πλέον οικείους λόγους και στίχους. Ξεχωρίζω το ακόλουθο και το αφιερώνω εξαιρετικά στη Λουκία. Για όλες τις μέρες που μας χάρισε και όσες θα μας χαρίσει ακόμη:

ΕΞΙ ΚΑΙ ΜΙΑ ΤΥΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ
ΕΠΤΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ ΕΠΤΑΣΤΙΧΑ

ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ

Ο ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΩΡΑΙΑ




Συχνά, στην Κοίμηση του Δειλινού, η ψυχή της έπαιρνε
αντίκρυ απ’τα βουνά μιαν αλαφράδα, μ’ όλο που η
μέρα ήταν σκληρή και η αύριο άγνωστη.


Όμως, όταν σκοτείνιαζε καλά κι έβγαινε του παπά το
χέρι πάνω από το κηπάκι των νεκρών, Εκείνη

Μόνη της, Όρθια, με τα λιγοστά της νύχτας κατοικίδια
-το φύσημα της δεντρολιβανιάς και την αθάλη του
καπνού από τα καμίνια - στης θαλάσσης την έμπαση
αγρυπνούσε

Αλλιώς ωραία!

Λόγια μόλις των κυμάτων ή μισομαντεμένα σ’ένα θρόι-
σμα, κι άλλα που μοιάζουν των αποθαμένων κι αλα-
φιάζονται μέσα στα κυπαρίσσια, σαν παράξενα ζώ-
δια, τη μαγνητική δορυφορώντας κεφαλή της άναβαν.
Και μία

Καθαρότη απίστευτη άφηνε, σε μέγα βάθος μέσα της, το
αληθινό τοπίο να φανεί,

΄Οπου, σιμά στον ποταμό, παλεύανε τον Άγγελο οι μαύ-
ροι ανθρώποι, δείχνοντας με ποιον τρόπο γεννιέται η
ομορφιά

΄Η αυτό που εμείς, αλλιώς, το λέμε δάκρυ.

....................................

Μονομιάς, η σκια της χελιδόνας θέρισε τα βλέμματα
των νοσταλγών της: Μεσημέρι.

Άδραξε μυτερό χαλίκι, κι αργά, με δεξιοσύνη, ο ήλιος,
πάνω απ’ τον ώμο της Κόρης του Ευθυδίκου, χάραξε
τα πτερύγια των ζεφύρων.


.....................................



ΕΦΤΑ ΜΕΡΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

ΚΥΡΙΑΚΗ.- Πρωί, στο Ναό του Μοσχοφόρου. Λέω: να
γίνει αληθινή σα δέντρο η ωραία Μυρτώ.
Και τ’ αρνά-
κι της, κοιτάζοντας ίσια στα μάτια το δολοφόνο μου,
για μια στιγμή, να τιμωρήσει το πικρότατο μέλλον.

ΔΕΥΤΕΡΑ. - Παρουσία χλόης και νερού στα πόδια μου.
Που θα πει πως υπάρχω. Πριν ή μετά το βλέμμα που
θα μ’απολιθώσει, το δεξί χέρι ψηλά κρατώντας ένα
πελώριο γαλάζιο Στάχυ. Για να ιδρύσω τα Νέα Ζώ-
δια.

ΤΡΙΤΗ. - Έξοδος των αριθμών. Πάλη του 1 με το 9 σε
μια παραλία πανέρημη, γεμάτη μαύρα βότσαλα, φύ-
κια σωρούς, μεγάλες ραχοκοκαλιές θηρίων στα βρά-
χια.

Τα δυο παλιά κι αγαπημένα μου άλογα, χρεμετίζοντας
όρθια πάνω από τους ατμούς που ανεβάζει το θειάφι
της θαλάσσης.

ΤΕΤΑΡΤΗ. - Από την άλλη μεριά του Κεραυνού. Το κα-
μένο χέρι που θα ξαναβλαστήσει. Να ισιώσει τις πτυ-
χές του κόσμου.

ΠΕΜΠΤΗ. - Ανοιχτή θύρα. Σκαλοπάτια πέτρινα, κεφαλές
από γεράνια, και πιο πέρα στέγες διάφανες, χαρταετοί,
τρίμματα χοχλιδιών στον ήλιο. Ένας τράγος μηρυ-
κάζει αργά τους αιώνες, κι ο καπνός, γαλήνιος, ανε-
βαίνει μεσ’ από τα κέρατα.

Την ώρα που κρυφά, στην πίσω αυλή, φιλιέται η κόρη
του περιβολάρη, κι από την πολλή αγαλλίαση μια
γλάστρα πέφτει και τσακίζεται.
Α, να σώσω αυτόν τον ήχο!

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ. _ “Της Μεταμορφώσεως” των γυναικών
που αγάπησα χωρίς ελπίδα: Ηχώ: Μα-ρί-νααα! Ε-
λέ-νηηη! Κάθε χτύπος καμπάνας, κι από μια πασχα-
λιά στην αγκαλιά μου. Ύστερα φως παράξενο, και
δύο ανόμοια περιστέρια που με τραβούν ψηλά σ’ένα
μεγάλο κισσοστολισμένο σπίτι.

ΣΑΒΒΑΤΟ. - Κυπαρίσσι από το σόι μου, που το κόβουν
άντρες βλοσυροί και αμίλητοι: γι’αρρεβώνα ή θάνα-
το. Σκάβουν το χώμα γύρω και το ραντίζουν με γα-
ρυφαλλόνερο.

Έχοντας εγώ κιόλας απαγγείλει τα λόγια που απο-
μαγνητίζουν το άπειρο!

_________________
«Πρώτα προσπαθούν να σε αγνοήσουν, μετά να σε γελοιοποιήσουν, μετά να σε πολεμήσουν και μετά τους νικάς» (Γκάντι)
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
Loukia Sofou
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 377
Registration date : 10/12/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Τετ Απρ 15, 2009 3:17 pm

Mε συγκινείς. Πρώτα για τα καλά σου λόγια και μετά για την αφιέρωση με τους στίχους του ποιητή που ξέχωρα αγαπώ. Σε ευχαριστώ διπλά λοιπόν, αγαπητή μου Ελίνα.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
Loukia Sofou
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 377
Registration date : 10/12/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Τετ Απρ 15, 2009 4:52 pm

Ο εθνικός χορός και η Μουσική

Ισχυρίζονται ότι δεν ήτο δυνατόν να περισωθή εκ στοματικής παραδόσεως η Μουσική των αρχαίων Ελλήνων∙ άρα η Βυζαντινή είναι μεσαιωνική και αφόρητος εις τα αριστοκρατικά ώτα των παρ' ημίν νεοπλούτων.
Αλλά δεν εσώθη επί αρχαίων αγγείων το σχήμα και ο τρόπος της αρχαίας Ελληνικής ορχήσεως; Δεν φαίνεται ότι ο τσάμικος και ο συρτός και ο καλαματιανός είναι όμοιοι με τον κύκλιον και τον πυρρίχιον των παλαιών μας προγόνων; Διατί τότε απορρίπτουσι τον εντόπιον, τον εν κύκλω και γραφικότητι και πλαστικότητι σωμάτων χορόν, και ασπάζονται τον ξενικόν, τον κατά ζεύγη;

Απλούστατα∙ διότι τους αρέσει ο πολιτισμός των Εσπερίων, και μόνον προς το θεαθήναι επιτηδεύονται ότι είναι θαυμασταί δήθεν του αρχαίου περικαλλούς κόσμου.

Είναι ίδιον του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού η εν μέτρω και λογική προσέγγισις των δύο φύλων, ο δε άγαν συγχρωτισμός, όπως φαίνεται εις την κατά ζεύγη όρχησιν, ιδιάζει εις τον πολιτισμόν της Δύσεως. Εις πανηγυρικόν δείπνον εν ελληνική οικία, φερ' ειπείν, καθέζονται άνδρες και γυναίκες εις δύο ημικύκλια απέναντι αλλήλων. Μόνον παρ' Ασιανοίς, αι γυναίκες ζώσαι περιωρισμέναι δεν εμφανίζονται προ των ανδρών, συνηθίζονται δε δικτυωτά και καλύπτραι. Ταύτα είναι το έν άκρον. Το άλλο άκρον απαντά εις τα ήθη των Εσπερίων. Εις γεύμα εν ευρωπαϊκή οικία, έκαστος των ανδρών οδηγεί μίαν γυναίκα (όχι ποτέ την ιδικήν του, προς Θεού!) εις την τράπεζαν, όπου παρακαθίζουσιν οι δαιτυμόνες εναλλάξ, είς ανήρ, μία γυνή, καθότι ούτω αποτελείται, λέγουσι, σωστή ανθοδέσμη. Οποίον φραγκικόν άρωμα αναδίδει αύτη, και πόσον χαρακτηριστικόν είναι, πράγματι, το αέναον τούτο ζευγάρωμα και αναζευγάρωμα!

Αφ' ετέρου, ο Ελληνικός πολιτισμός, όπως και ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός και αυτό το πρέπον και ο ορθός λόγος, θέλουσι την εν μέτρω προσπέλασιν και παρρησίαν των δύο φύλων∙ όχι το άγριον και απρόσιτον των Ασιανών, όπερ είναι μάλλον επικίνδυνον, αλλά την μετά συστολής και σεβασμού επικοινωνίαν. Δια τούτο εφυλάχθη παρ' Έλλησιν ο αγνότερος οικογενειακός βίος και η τιμή της γυναικός, έμεινε δε ασφαλής και άσυλος μέχρις ογδόου βαθμού η συγγενική στοργή, όπως και η κοινωνική και οικογενειακή αλληλεγγύη, ενώ έξω των Ορθοδόξων Ελληνικών κοινωνιών, επισήμως καθιερωθείσης της αιμομειξίας, μεγάλη σύγχυσις επήλθε, και διαφθορά ηθών∙ εντεύθεν εκφυλισμός και βαθεία κοινωνική νόσος.

Αυτά λοιπόν τα ήθη προ πολλού ήρχισαν, και εξακολουθούν ακόμη διαρκώς να μας εισάγωσιν εις τας Αθήνας. Όπως δεν ασπάζονται τον Εθνικόν χορόν, ίσως διότι δεν είναι αρκετά συγχρωτιστικός των μελών, ούτω απορρίπτουσι και την Εθνικήν μουσικήν, επειδή δεν είναι αρκετά γαργαλιστική των ώτων. Και αν ήτο δυνατόν επιστημονικώς ν' αποδειχθή ότι η Βυζαντινή είναι αυτούσιος η μουσική των αρχαίων Ελλήνων, πάλιν οι Λεβαντίνοι θα την απέρριπτον, τάχα ως απηρχαιωμένην και έξω της μόδας. Διότι, όπως είναί τις ικανός να αισθανθή και εκτιμήση πράγμα τόσον αβρόν, όσον η Βυζαντινή μουσική, πρέπει να έχη ή απλότητα ή λεπτότητα. Αλλ' η παρ' ημίν ψευδοαριστοκρατία την μεν απλότητα, δυστυχώς, απώλεσε προ πολλού, εις βαθμόν δέ τινα λεπτότητος ουδέποτε κατώρθωσε να φθάση.
Άλλως, η Βυζαντινή μουσική είναι τόσον Ελληνική όσον πρέπει να είναι. Ούτε ημείς την θέλομεν, ούτε την φανταζόμεθα, ως αυτήν την μουσικήν των αρχαίων Ελλήνων. Αλλ' είναι η μόνη γνησία και η μόνη υπάρχουσα. Και δι' ημάς, εάν δεν είναι η μουσική των Ελλήνων, είναι η μουσική των Αγγέλων.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1903

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
ΔΑΝΑΗ
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 7925
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Τετ Απρ 15, 2009 5:34 pm


Η ΚΑΛΤΣΑ ΤΗΣ ΝΩΕΝΑΣ



Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη



«–Και τα κουνούπια πως να ηύραν τρόπον κ’ εσώθηκαν εις την Κιβωτόν; Κ’ η μυίγα; και τα μυιγαράκια; κ’ οι μουσίτσες;

–Και τα μικρόβια;

Αι δύο κυρίαι είχαν τον λόγον. Η πρώτη, ευτραφής, μεγαλόσωμος, και καλοκαμωμένη, όσο εφαίνετο υπό τας ακτίνας της σελήνης, μέσω του δένδρου, Και υπό το φως ενός φανού επί χαμηλού στύλου, έξωθεν του εξοχικού καφενείου, ήτο σύζυγος του παρακαθημένου αυτή υπερμεσήλικος κυρίου με την γενειάδα, όστις ήτο επαρχιώτης πολιτευόμενος. Η άλλη, νεαρά ακόμη, άγαμος, ήτο εν ενεργεία δασκάλα. Εις γνώριμός των, νεαρός κύριος, συνεπλήρου την τετράδα. Είχαν πίει τον καφέν των, την θερινήν εκείνην νύκτα, και ανεψύχοντο.

–Κι ο ψύλλος τάχα που να ετρύπωσε, και κατώρθωσε να γλυτώση; είπεν η δασκάλα.

–Δεν αμφιβάλλω ότι στην κάλτσα της Νώενας θα εχώθη, απήντησεν η μεγαλόσωμος.

Όλοι εκάγχασαν.

–Μα η ψείρα;

–Ω, η ψείρα; Χωρίς άλλο θα εκόλλησε στην γενειάδα του Νώε.

Ο γηραιός κύριος ακουσίως έψαυσε την γενειάδα του.

Εις ένα όμιλον αντικρινόν εκάθηντο τρεις λιμοκοντόροι. Οι δύο μόνον εφορούσαν στενά. Ο τρίτος, αμύστακος ακόμη, εφορούσε κομψά ρασάκια, και είχε την κοτσίδα του οπίσω δεμένην εις την μέσην με κορδέλαν. Ίσως ήτο Ριζαρείτης.

Κατά σύμπτωσιν, κ’ εκεί η ομιλία ήτο σχετική με την Παλαιάν Διαθήκην. Οι τρεις νέοι ωμιλούσαν εν εξάψει, κ’ εφαίνοντο ότι είχαν δειπνήσει εν αφθονία.

–Και τίνος τα πουλάς αυτά, βρε;... Πως μίλησεν η γαϊδάρα του Βαρλαάμ; Τίνος τα πουλάς αυτά, βρε;

Το βρε ο Ριζαρείτης το απηύθυνε βεβαίως εις τον αόρατον και απρόσωπον (τον) διευθυντήν συντάκτην της Ιεράς Γραφής, προς τον οποίον απέστρεφε ρητορικώς τον λόγον. Ίσως εις τον προφήτην Μωϋσέα.

–Τίνος τα πουλάς αυτά, επανέλαβε και τρίτην φοράν.

Ο νεαρός κύριος του γείτονος ομίλου, αν κ’ εγέλασε με τας ελαφράς ευφυολογίας των δύο γυναικών, φαίνεται ότι δεν ευηρεστήθη από την βαναυσότητα του μικρού ρασοφόρου. Και αποτεινόμενος προς την ιδίαν ομάδα του, αρκετά μεγαλοφώνως ώστε ν’ ακούεται και από τους γείτονας, είπε:

–Τίνος τα πουλά; ...Μ’ αυτά τα πράγματα, είναι είκοσιν αιώνες τώρα, εξακολουθούν να πουλούνται εις εκατομμύρια ανθρώπων, και μάλιστα αι Βιβλικαί Εταιρείαι τα πουλούν μεταφρασμένα εις τριακόσιες τόσες γλώσσες... Κ’ έπειτα, εκείνος που τα πουλά, ως θαύμα ζητεί να τα πουλήση και όχι ως κοινόν τι και σύνηθες. Ουδέ βιάζει κανένα να το πιστεύση.

–Και δεν είναι και πολύ παράξενο αν ωμίλησε μίαν φοράν η γαϊδάρα, είπεν ακάκως ο γηραιός κύριος. Πόσοι γαϊδάροι και γαϊδάρες πόσες μιλούν!

–Ας τ’ αφήσουμε αυτό, είπεν ο νέος. Μα ιδέτε πόσον καλά ο νεαρός αυτός ρασοφόρος μανθάνει τα «ιερά γράμματα», αφού τον Βαλαάμ, τον μάντιν, που έζησε χίλια χρόνια προ Χριστού, τον κάνει Βαρλαάμ, τον αιρετικόν της 13ης μετά Χριστόν εκατονταετηρίδος... Και το κάτω-κάτω, κύριε, επέφερεν οιονεί αποστρέφων τον λόγον προς τον Ριζαρείτην, αφού δεν σ’ αρέσει, κύριε, η Θρησκεία και το ιερατικόν στάδιον, διατί φορείς ράσα, και διατί οι φιλόστοργοι γονείς σου σε στέλνουν να φοιτάς εις την Ριζάρειον; Έως πότε θα είμεθα αχαρακτήριστοι Γραικύλοι; ».

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
Loukia Sofou
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 377
Registration date : 10/12/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Τετ Απρ 15, 2009 7:10 pm

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Η ιστορία της πόρνης, της αλειψάσης τον Κύριον μύρω, η εντεύθεν οργή και λύσσα του Ιούδα και η προς την προδοσίαν αποπήδησις αυτού.
"Η πόρνη εν κλαυθμώ, ανεβόα Οικτίρμον, (λέγει το Κάθισμα) εκμάσσουσα θερμώς, τους αχράντους σου πόδας, θριξί της κεφαλής αυτής, και εκ βάθους στενάζουσα∙ Μη απώση με, μηδέ βδελύξη Θεέ μου, αλλά δέξαι με, μετανοούσαν και σώσον, ως μόνος φιλάνθρωπος".
Το δε κοντάκιον της ημέρας έχει ως εξής:
"Υπέρ την πόρνην Αγαθέ ανομήσας, δακρύων όμβρους ουδαμώς σοι προσήξα, αλλά σιγή δεόμενος προσπίπτω σοι, πόθω ασπαζόμενος τους αχράντους σου πόδας, όπως μοί την άφεσιν, ως δεσπότης, παράσχης, των οφλημάτων κράζοντι Σωτήρ∙ εκ του βορβόρου των έργων μου ρύσαί με". Μεγίστης και δικαίας φήμης απολαύει το τροπάριον της Κασσιανής, το δοξαστικόν δηλ. των αποστίχων των Αίνων, ήτοι η κατακλείς του Όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης. Ψάλλεται δε αργώς και μετά μέλους, και οι πιστοί δεν χορταίνουν να το ακούωσι, μετρούντες πολλοί διά των ωρολογίων των πόσην ώραν θα διαρκέση. Αλλά πρέπει να μάθωσι πάντες, και νεωτερισταί, καινοτόμοι, και άλλοι, ότι, αφού εν πάση αρχαία και σεμνή μουσική το μέλος ανάσσει, ο δε ρυθμός υπουργεί, αφού δηλ. οι αρχαίοι μελωδοί της Εκκλησίας εποίουν τον ρυθμόν χάριν του μέλους (ως μάλιστα εν τοις προσομοίοις), και αν θέλετε, επενόουν το μέλος πριν ή προσαρμόσωσι τας λέξεις εις τον ρυθμόν, αδύνατον να παραδεχθή τις ότι νεώτερος μουσικός, τονίζων εκ νέου αρχαίον άσμα, θα το τονίση καλύτερον παρ' όσον αυτός ο ποιητής του, ο και μελοποιός, το ετόνισε. Τέλειον μεν θα ήτο το δείνα άσμα, αν εσώζετο, δια το Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις, φερ' ειπείν, αυτής της Κασσιανής η μελοποιία. Ελλείψει όμως τοιούτου αρχετύπου, προτιμάται και σχετικώς τελειοτέρα λογίζεται του αρχαιοτέρου τονίσαντος μουσικού η περισωζομένη σύνθεσις. Επί των χρόνων του Πελοποννησιακού πολέμου όλοι ενεωτέριζον εν Αθήναις περί την μουσικήν, και ανεζήτουν εν τω νεωτερισμώ πλουσιώτερα και τελειότερα κατ' αυτούς μέλη, καταδικάζοντες τα παλαιά ως απλά και ευτελή.
Αλλ' ο δαιμόνιος Πλάτων ώκτειρε την τοιαύτην τάσιν των συγχρόνων του, και διαφθοράν και εκφαυλισμόν της μουσικής μεγαλοφώνως εκήρυττε τον τοιούτον νεωτερισμόν. Μας λέγουσι πολλοί ότι ημείς έχομεν γεμάτα δήθεν τα ώτα από αμανέδες και από μακάμια* τουρκικά και απωλέσαμεν το μουσικόν αίσθημα. Αλλ' ημείς ηκούσαμεν εκ της Ιεράς Γραφής ότι το "έλαττον υπό του κρείτονος ευλογείται", και δεν πιστεύομεν οι Τούρκοι να έδωκαν εις τους εγγυτέρους προγόνους μας, τους Βυζαντινούς, από όσα τους επήραν περισσότερα∙ έπειτα, αφού, ως φαίνεται, είναι ανάγκη να έχη τις από κάτι γεμάτα τα ώτα, τι διαφέρει αν τα έχη γεμάτα από καντάδες ή από μακάμια; Αυτό το μειονέκτημα ημών, αν είναι μειονέκτημα, έν αποδεικνύει, ότι ημείς εξωκειώθημεν άρα με τα πάτρια, και τα πονούμεν, ενώ αυτοί δεν τα εγνώρισαν και δεν τα στέργουσι. Διότι αν ανετρέφοντο μ' αυτά, θα ήσαν ευχαριστημένοι, και δεν θα εζήτουν την μεταβολήν.

Μας λέγουσιν ότι, βεβαίως οι Βυζαντινοί [δεν] θα εγνώριζαν την τετραφωνίαν, και δι' αυτό δεν την εισήγαγον, καθόσον η τετραφωνία είναι νεωτέρα, λέγουσιν, εφεύρεσις∙ αν την είχαν γνωρίσει, θα την εισήγον… ή και τίς ηξεύρει αν δεν την εισήγαγον; Οι λέγοντες ταύτα, όταν φοιτώσιν εις το μελόδραμα, θαυμάζουσι βέβαια μάλλον την πολυφωνίαν του χορού, τους κορίστας, παρά τας μονωδίας και διωδίας της πριμαδόνας και του βαρυτόνου. Διότι, όταν τα κύρια πρόσωπα άδωσι, τι άλλο είναι παρά μονοφωνία, η δε ορχήστρα τι άλλο κάμνει παρά να υπηχή, να κρατή δηλαδή το ίσον, αυτό τούτο;
Δεν ενθυμούμαι τις εκ των ημετέρων, προ δύο ετών, μου φαίνεται, έστειλε εις ένα φιλέλληνα ηγεμονόπαιδα της Ευρώπης, παρ' εαυτού τονισμένον, τεμάχιόν τι ευρωπαϊκόν, βαλς, νομίζω, ή πόλκαν, ή δεν ηξεύρω τι. Ο αγαθός πρίγκιψ εδέχθη το δώρον και του απήντησε με τρόπον, όστις εσήμαινε περίπου: "Καλά, ευχαριστώ, ευλογημένε∙ αλλά δεν ήξευρες να τονίσης τίποτε ιδικόν σας να μου στείλης, τίποτε ελληνικόν, εντόπιον; από ευρωπαϊκήν μουσικήν είμαι χορτάτος". Εκ της δημοσιεύσεως της επιστολής του πρίγκηπος, την οποίαν έκαμεν ο εκ των ημετέρων, δεν αποδεικνύεται αν ενόησεν το λεπτόν μάθημα.
Ας ακούσωσιν, εν τη λειτουργία του Μεγάλου Σαββάτου, όσοι έχουσιν ώτα, το θαυμάσιον εκείνο κεφάλαιον του προφήτου Δανιήλ, εν ω γίνεται λόγος περί της βαβυλωνίου μουσικής "σάλπιγγος και κιθάρας, σαμβύκης τε και ψαλτηρίου, και παντός γένους μουσικών", οι δε Άγιοι Τρεις Παίδες ιστορούνται ως υμνούντες τον Θεόν "οι τρεις, ως εξ ενός στόματος".
Η Εκκλησία έχει συμβολικήν, και η συμβολική λαλεί ευγλωττότερον της ρητορικής.

* μακάμι, μελωδία, σκοπός, μουσική θέση

Aλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1892
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
captain Nemos
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 367
Location : Χαμένος στο πέλαγος
Registration date : 31/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Τετ Απρ 15, 2009 7:34 pm

Το αφιέρωμα έχει γίνει χορταστικότατο! Δεν το έλεγα να γίνει τόση δουλειά. Παρότι τα έχω όλα διαβασμένα, τα ξαναδιαβάζω και δεν τα χορταίνω. Λέω όμως πως είναι κρίμα τα άλλα αφιερώματα στο Παπαδιαμάντη να είναι χώρια. Έτσι θα δώσω εδώ τα λινκ για όλους τους παπαδιαμαντόπληκτους:



Ο Παπαδιαμάντης δια χειρός Κόντογλου



Η ΦΟΝΙΣΣΑ

Η ΔΑΣΚΑΛΟΜΑΝΑ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ

Ο ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ - ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ

ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΗ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Ελπίζω δεν ξέχασα κανένα... αν είναι προσθέστε το.

Μην ξεχάσω: Ευχαριστώ θερμά τη Λουκία για το εκκλησιδάκι του Αγίου Ελισαίου. Κόσμημα πραγματικό!

Και Αερικό, τι μελισσάκι σε τσίμπησε και τα πήρες με τις αναρτήσεις της Λουκίας; Αφιέρωμα στον Παπαδιαμάντη είναι και ό,τι έχει σχέση με Παπαδιαμάντη μπορεί να συμπεριληφθεί. Αν δεν αρέσει σε κάποιον μία ανάρτηση, πηγαίνει στην επόμενη!!!
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://arxipelagos.blogspot.com/
captain Nemos
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 367
Location : Χαμένος στο πέλαγος
Registration date : 31/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Τετ Απρ 15, 2009 7:59 pm

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗΣ


του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ



Την διήγησιν ταύτην ήκουσα εκ στόματος της κυρα-Ρήνης Ελευθέραινας, του ποτέ Ροδίτη, σεβασμίας γερόντισσας Αθηναίας.

Είχαμε ένα χρόνο στεφανωμένοι με τον μπαρμπα-Λευθέρη, αυτόν που βλέπεις, και όλον τον χρόνον δεν έπαυσε να είναι άρρωστος. Σου έχω ειπεί πώς με είχεν ελκύσει με τα χάδια του, ενώ ήτον αυτός τριαντάρης, κι εγώ ήμουν δώδεκα χρονών τρελοκόριτσο, που να μην πήγαινα παραπάνω.

Σαν ήτον άρρωστος, ένα χρόνο και παραπάνω δεν του έλειπεν ο πυρετός, όλη η γειτονιά, και οι συγγένισσές μου, και οι κουμπάρες μου, έλεγαν πως είχε καταντήσει να γένει φτισικός. Είχε χτικιάσει, μου είπαν. Ω, συφορά μου. Γιατροί, γιάτρισσες, γιατρικά, μαντζούνια, τίποτε δεν ωφέλησαν. Η φτώχεια μάς έδερνε. Να δουλέψει ο ίδιος, δεν μπορούσε. Ο Θεός ξέρει πώς τα ’φερνα βόλτα, με ψέματα, με αλήθεια.

Μου είπε η κουμπάρα μας μια γνώμη, να τάξω στην Καισαριανή, μεγάλ’ η χάρη της, να σηκωθώ να τον πάω, ίσως λυπηθεί η Παναγία και τον κάμει καλά. Χάρες μεγάλες ακούονταν πως γίνονταν τον καιρό εκείνο. Εγώ σαν τ’ άκουσα, να τι είπα μέσα μου, σου ξομολογούμαι· «Καλά, αν ίσως δεν τον κάμει καλά η χάρη της, μπορεί, το ελάχιστο, να πεθάνει κει δα, να τον θάψω, στο βουνό, για να γλυτώσω από έξοδα που δεν έχω, κι από άλλα βάσανα και μπελάδες». Το χειρότερο, εφοβούμουν, αν πέθαινε στο σπίτι, μην κολλήσει τίποτε στα ρούχα, και κολλήσω κι εγώ. Όλοι μου λέγανε πώς το χτικιό κολλάει.

Λεφτό δεν είχα, ούτε πολύτιμο κανένα μες στην κασέλα μου, έξω απ’ το δαχτυλίδι του αρραβώνα που φορούσα. Είχα μερικά χαλκώματα. Επήρα ένα ταψί που είχα, καινούριο, κατακόκκινο, να το, εκεί βρίσκεται — έδειξε προς ένα ράφι, επί του οποίου ήσαν ολίγα χάλκινα σκεύη — κι επήγα στην γειτόνισσά μας, την Παναγίνα.

— Κυρα-Παναγίνα, πάρε αυτό το ταψί, αμανάτι, να με δανείσεις τέσσερα σβάντζικα· θέλω να πάω τον άνδρα μου, που τον έχω άρρωστο, στη χάρη της, στην Καισαριανή, και λεφτά δεν έχω.

— Να, πάρε δυο σβάντζικα, είπεν η Παναγίνα, αυτά μου βρίσκονται. Άσε το ταψί σου εδώ, και, σαν ευκολυθείς, φέρε τα δυο σβάντζικα να το πάρεις.

Επήρα τα δυο σβάντζικα, αν και λίγα μου έπεφταν για το ταξίδι που ήθελα να κάμω, άφησα το ταψί μου, και είπα κι ευχαριστώ. Εκινήσαμε με τον άνδρα μου, παραμονή της Αναλήψεως, βράδυ-βράδυ. Στο δρόμο ηύραμ' έναν καροτσέρη, κουμπάρο μιανής συγγένισσάς μου. Τον επερικάλεσα κι επήρε το Λευθέρη στο κάρο του, τον πλιότερο δρόμο. Εγώ επήγα με τα πόδια.

Ενύχτωνε όταν φτάσαμε στην Καισαριανή. Πριν φτάσουμε στην εκκλησιά, μες στο ρέμα, ηύραμ' ένα τσέλιγκα μ' ένα κοπάδι πρόβατα. Καθίσαμ' εκεί κοντά, να ξαποστάσουμε και να συγυρισθούμε, πριν πάμε στην εκκλησιά. Η γυναίκα τού τσέλιγκα μας είδε που καθίσαμε, κι ήρθε κοντά μας. Ο Λευθέρης, που από βδομάδες μπροστά ήτον κομμένη η όρεξή του και δεν έτρωγε τίποτε, σαν εκαθίσαμε, μου λέει:

— Πείνασα, καημένη γυναίκα. Κόψε μου λίγο ψωμί.

Του έκοψα ψωμί, κι άρχισε να τρώει με τόσην όρεξη που απόρησα κι εγώ. Του είχα κόψει μικρή φέτα, ξεύροντας πως δεν μπορούσε να φάει. Στη στιγμή την έφαε, και μου γύρεψε να του κόψω κι άλλο.

Η τσοπάνισσα που ήρθε κοντά μας, μου λέει:

—Άνδρας σου είναι, τσούπα; Σαν ζαμπούνη τον γλιέπω... Πίνει γάλα, να σας φέρω;

— Πίνει, είπα εγώ, γιατί είναι άρρωστος.

Εννοούσα που ήτον Τετράδη. Μας έφερ' ένα μεγάλο μπρίκι γεμάτο γάλα. Ο Λευθέρης εβουτούσε το ψωμί του μέσα, εμάσαε τις μπουκιές, κι ερροφούσε το γάλα. Εγώ έτρωγα ψωμί κι ελιές.

Η τσοπάνισσα τότε, σαν είδε που το ψωμί μας ήτον μπαγιάτικο, δυο-τριών ημερών, μας έφερε μια μεγάλη πλακόπιττα ανεβατή, φρέσκη, της ημέρας, και μου την έδωκε.

—Τί πειράζεσαι; είπα.

Κι έβαλα την πίττα μες στο ταγαράκι μου.

Ο άνδρας της ήρθε και μας έφερε δυο μεγάλα κομμάτια χλωρό τυρί, αλατισμένο.

— Να, πάρε, τσούπα, για να φάτε αύριο, μου λέει. Το πουρνό, που θα ‘χουμε σφαχτά στη σούβλα, περνάτ’ απ’ αυτού και σας φιλιεύω καμιά πλάτη.

Εγώ έβγαλα κάτι πεντάρες που είχα, τα ρέστα απ’ το ένα σβάντζικο, που το είχα χαλάσει, και του είπα να κρατήσει ο,τι θέλει για το τυρί. Εκείνος τα έσπρωξε πίσω, με τη ράχη του χεριού του, κι είπε:

— Δε χρειάζονται λιεφτά... Κράτα τα να κολλήσεις καμιά λιαμπάδα στη χάρ' τς, για τον μορφονιό σ’, που ’ναι ζαμπούνης.

Σαν παράξενα σου φαίνονται αυτά; — απέστρεψεν αίφνης τον λόγον προς εμέ η αφηγήτρια. —Τότε ήτον άλλος κόσμος. Οι άνθρωποι είχαν πόνο, είχαν αγάπη αναμεταξύ τους. Εύρισκες πολλούς καλούς ανθρώπους, κι εδώ μέσα, και στα βουνά έξω. Το είχαν σε καλό τους να δίνουνε. Γι αυτό ο Θεός τούς ευλογούσε, κι είχαν μπερικέτια... Άλλος κόσμος τότε! Πού κείνα τα χρόνια;

Πήγαμε στην εκκλησιά, προσκυνήσαμε, κολλήσαμε μια λαμπαδίτσα. Ύστερα ο Λευθέρης εκάθισε κοντά στην αγίαν εικόνα, μέσα στην εκκλησιά, και σαν να ενύσταζε. Εγώ εβγήκα να πιω νερό, στην περίφημη, την αθάνατη βρύση...

Ήτον ως τρεις ώρες νύχτα. Δροσιά, αστροφεγγιά, χαρά Θεού. Εκεί αντίκρυ πέρ' απ’ τα πλατάνια, στο ξέφαντο, είχαν αρχίσει να παίζουν λαλούμενα, φλογέρες, νταούλια, ζουρνάδες, και μερικοί είχαν στήσει χορό. Εγώ, σαν τρελοκόριτσο που ήμουν ακόμα, είχα πανδρευθεί πολύ μικρή, καθώς σου είπα, και τώρα δεν θα ήμουν παραπάνω από δεκαεφτά χρονών — ξέχασα και άνδρα άρρωστον, και τάξιμο, κι εκκλησιά, κι επήγα ίσα προς το μέρος που έπαιζαν τα λαλούμενα, κι εγινόταν ο χορός, για να κάμω χάζι.

Εστάθηκα εκεί ολίγην ώρα, ύστερ’ απόστασα να στέκομαι, κι εκάθησα στα χορταράκια. Εύρισκα μεγάλη διασκέδαση. Εκεί, ακούω από μερικές γυναίκες κάτι φωνές, που έλεγαν η μία με την άλλη:

— Στην Εύρεση!... είναι ώρα... πάνε στην Εύρεση!

— Η Περιστέρα... στην Εύρεση... στην σπηλιά.

Εκείνες που το έλεγαν αυτό, η μία με την άλλη, είχαν έρθει τώρα κοντά, εκεί, στο μέρος που ήτον το γλέντι το νυχτερινό, κι εφώναζαν άλλες να τις ακολουθήσουν... Κι έφευγαν όλες μαζί, η μία κατόπι της άλλης, κι άδειασε πολύς τόπος. Γυναίκες πάρα πολλές, και καμπόσοι άνδρες και παιδιά, μονοκοπανιά έφυγαν από κει που ήμουν, κι άρχισαν να τρέχουν τον ανήφορο. Εγώ δεν ήξευρα καλά καλά τι ήτον η Εύρεση, και σχεδόν δεν είχ’ ακούσει ποτέ μου για Περιστέρα. Αυτή τη στιγμή θυμήθηκα που η κουμπάρα μας, εκείνη που πρώτη μου είχε βάλει στο νου για να τάξω στην Καισαριανή, μου είχε πει ότι η χάρη της περισσότερο ενεργάει στην Εύρεση, που είναι στη σπηλιά, κι ότι εκεί κατεβαίνει, τινάζοντας τα φτερά της, μία περιστέρα...

Τότε μία που με μισογνώριζε, και μας είχε ιδεί αρχύτερα με τον άνδρα μου στο δρόμο, κι είχε καταλάβει πώς ο άνδρας μου ήτον άρρωστος, καθώς εσηκώθηκε να φύγει, γυρίζει και μου λέει:

— Δεν έρχεσαι κι ελόγου σου στην Εύρεση;... Πάρε τον άνδρα σου κι ελάτε.

Εσηκώθηκα εγώ, έτρεξα κατά τη βρύση, ξαναήπια νερό, ύστερα 'μβαίνω στην εκκλησιά, και βρίσκω το Λευθέρη, που τον είχε πάρει καλά ο ύπνος, δίπλα στο Προσκυνητάρι που καθότανε. Επήγα κοντά, τον έσεισα, κι άνοιξε τα μάτια.

— Δεν ξεκολλάς από κοντά μου; μου λέει. Τώρα εγώ λιανονυστάζω. Σύρε έξω στη βρύση, να πάρεις τον αέρα σου.

—Πάμε στην Εύρεση! του λέω.

— Στην Εύρεση;... τί Εύρεση;

Τον έσεισα πάλι, τον ετράβηξα βιαστικά με το χέρι μου, και τον εσήκωσα. Τότε μου είχε έρθει η στόχαση πώς έπρεπε να κάμω γλήγορα, για να προφτάσω τ' ασκέρι που έτρεχε τον ανήφορο, γιατί δεν ήξευρα αν ήτον πολύ κοντά ή μακριά, και τον δρόμο εγώ δεν τον ήξευρα. Έπειτα έπρεπε να προφτάσω να ιδώ την Περιστέρα, καθώς μισοθυμούμουν που μου είχε πει η κουμπάρα πως τίναζε τα φτερά.

Έσυρα τον Λευθέρη κι εβγήκαμε απ’ το μοναστήρι.

—Η χάρη της, του είπα, θα σε κάμει καλά.

Εκινήσαμε, καταπόδι σ’ άλλους, που τους βλέπαμε να τρέχουν μπροστά. Ήτον μεσάνυχτα. Περπατήσαμε κάμποσο ανήφορο, και σε λίγην ώρα φτάσαμε στη σπηλιά.

Ήτον μία σπηλιά ωραία, στο βράχο τον θεόρατο, με χρώμα σταχτερό, που έσταζε δροσιές ολόγυρα. Μοσχοβολούσε ο τόπος από θυμάρια, από σκίνους κι αγριοδυόσμο. Κόσμος ένα πλήθος, γυναίκες ένα σωρό, άνδρες πολλοί και παιδιά ένα μελίσσι, άλλοι ορθοί, άλλοι καθισμένοι, μερικοί άρρωστοι, από διάφορες ασθένειες, μισεροί και σακατεμένοι, βρίσκονταν εκεί, κι έκαναν το σταυρό τους. Ένας παπάς με το πετραχήλι έστεκε στη μέση· είχε κάμει Παράκληση, και τώρα ήτον στο τέλος. Έψελναν «Την πάσα ολπίδα μου», κι έκαναν μετάνοιες. Σαν είπε το «Δι’ αυκών» ο παπάς πάλι άρχισε να ψέλνει Αγιασμό, μέσα σε μια λεκάνη μεγάλη σαν κολυμβήθρα, φυσικά φτιασμένη στο βράχο, θεόχτιστη, ως φαίνεται.

Σαν άρχισε ο Αγιασμός, οι γυναίκες εψιθύριζαν η μια με την άλλη:

—Η Περιστέρα... τώρα θα φανεί!

— Τώρα θα κατεβεί η Περιστέρα!

— Να, τώρα... τώρα θα βγει η Περιστέρα.

Σε λίγην ώρα, κοντά στο τέλος του Αγιασμού, την στιγμή που ήθελε να βαφτίσει ο παπάς το Σταυρό στην λεκάνη, ακούστηκ’ έξαφνα ένα φρου-φρου, κι εβόιξ’ η σπηλιά, κι επαρουσιάστηκε για μια στιγμή, για όσην ώρα σας το λέγω, ένα ωραίο πουλί, μια περιστέρα, με άσπρα και σταχτιά και χρυσά φτερά, κι εφτερούγιασε, φρστ!... φρστ!,.. κι ετίναξε τα φτερά της, κι εχτύπησε με τα φτερά της το νερό, που ήτον μέσα στη λεκάνη του Αγιασμού, κι αμέσως έγινε άφαντη... Για δυο-τρεις στιγμές εξακολουθούσε, απ’ το θόλο της σπηλιάς, να πέφτει νερό μες στη λεκάνη, ύστερα έπαψε. Ο κόσμος εκοίταζε χωρίς φωνή, χωρίς πνοή... Ύστερα μονομιάς από πολλών τα στήθια εβγήκ’ ένα «Μέγας ει Κύριε!» και δυο-τρεις χωριάτισσες είπαν «Χριστός δε σερ-Μαρία! Χριστός δε σερ-Μαρία».

Την ίδια στιγμή εβούτηξ' ο παπάς το Σταυρό, κι έψαλε «Σώσον, Κύριε, τον λαόν σου», κι υστέρα όλος ο λαός, παιδιά, άνδρες, γυναίκες, έπεσαν με τα μούτρα στην αγιαστούρα του παπά και μέσα στη λεκάνη, κι έπαιρναν αγίασμα με τα φλασκιά τους, με τα τασάκια τους, κι έπιναν, κι εξεφωνούσαν: «Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι!»

Με πολύν κόπο, επήρα κι εγώ αράδα, κι έσυρα σπρώχνοντας με όλη την δύναμη μου το Λευθέρη απ’ το μπράτσο κι απ’ τις πλάτες, και μπορέ­σαμε με πολλά βάσανα να πλησιάσουμε τον παπά, και μας φώτισε με την αγιαστούρα του· ύστερα έσκυψα με το στόμα κι ήπια αγίασμα· ύστερα εγέμισα τις δυο φούχτες και τις έφερα στο στόμα του ανδρός μου να πιει.

Ήτον δροσερό, γλυκό νερό, αγίασμα· είχε μια δροσούλα και μια μοσκοβολιά που δεν ξανάγινε.

Κατόπι γυρίσαμε πάλι, με όλο το μελίσσι μαζί, κι εφτάσαμε στην εκκλησιά.

Το πουρνό, αφού ελειτουργηθήκαμε, δεν ξεχάσαμε να περάσουμε απ’ το μέρος όπου είχε τη στάνη του προσωρινά ο ψεβραδινός ο τσέλιγκας.

Μας έδωκε γάλα, γιαούρτι, χλωρό τυρί· υστέρα, σαν εψήθηκαν τ’ αρ­νιά, μας εφίλεψ’ ένα μεγάλο κομμάτι από παγίδια κι από πλάτη, κι εξεφαντώσαμε. Μία φαμίλια απ’ την Πλάκα, που κάθισαν εκεί κοντά να ξεφαν­τώσουν, μας εγνώριζαν· μας έστειλαν ένα φλασκί γεμάτο κρασί, κι ήπιαμε στην υγειά τους.

Περάσαμε πολύ καλά ολημέρα. Το βράδυ γυρίσαμε στο σπίτι μας. Στη στράτα που γυρίζαμε, δεν είχε νυχτώσει ακόμα πολύ, και βλέπω ένα μικρό κομπόδεμα χάμου. Σκύφτω, το μαζεύω, τ' ανοίγω, και βλέπω που είχε μέσα τρία σβάντζικα. Η φαμίλια η Πλακιώτικη, που μας είχε φιλέψει το κρασί, μια γυναίκα με τον άνδρα της και με δυο παιδιά, είχαν ξεκινήσει κι εκείνοι πεζοί ολίγο μπροστά από μας, κι είχαν προπεράσει ως μια τουφεκιά τόπο. Κατ’ αρχάς έκαμα να βάλω το κομπόδεμα στην τσέπη μου, ύστερα είπα: «κι αυτοί φτωχοί σαν εμάς είναι, μην τους έπεσε, κι είναι κρίμα να το κρατήσω». Τους φωνάζω:

— Μη σας έπεσε κανένα κομπόδεμα !; Τί λογής ήτον, και πόσα λεφτά είχε μέσα;

Εψάχτηκαν.

—Όχι, μου είπαν δεν μας έπεσε τίποτε.

Τότε είπα κι εγώ, μπορεί να ’πεσε καμμιανής που να ’χει τον τρόπο της· κισμέτι ήταν· ας το κρατήσω.

Ο Λευθέρης ήτον πολύ καλύτερα. Εγύρισε όλο το δρόμο με τα πόδια. Η όψη του εκαλυτέρεψε πολύ. Είχε γυρίσει η όρεξή του, κι έφαε κι ήπιε καλά στο πανηγύρι. Σε λίγον καιρό έγινε καλά, εδυνάμωσε, κι έζησε, κι είναι τώρα ογδοντάρης, όπως τον βλέπεις. Το πρωί της άλλης ημέρας πηγαίνω στην Παναγίνα την γειτόνισσα.

— Να, πάρε κυρα-Παναγίνα, τα δυο σβάντζικά σου, και δώσε μου τ' αμανάτι μου.

Είχα χαλάσει το ένα σβάντζικο απ’ τα δυο πού με είχε αυτή δανείσει, έκαμα όλα τα έξοδα του ταξιδιού, έφαγα και ήπια καλά, έφερα και δυο μεγάλα κομμάτια τυρί στο σπίτι, καθώς και μισό καρβέλι από μαύρο ψωμί χωριάτικο, έδωσα τα δυο σβάντζικα τα δανεικά, και μου περίσσεψαν και δυο ακόμα σβάντζικα.

— Να, πάρ' το, κυρα-Λευθέραινα, το ταψί σου, μου λέει η Παναγίνα, αφού επήρε τα δυο σβάντζικα. Επήρα το ταψί μου, και να το, αυτό είναι!

Βρίσκετ' ακόμα, ύστερ’ από σαρανταοχτώ χρόνια.

Εσηκώθη, ύψωσε την χείρα εις το ράφι και μου επαρουσίασε χάλκινον αγγείον παλαιόν, ολίγον τρύπιον εις την μίαν άκρην.

___________________

Αφιερωμένο με ιδιαίτερη εκτίμηση στη Λουκία Σοφού.

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://arxipelagos.blogspot.com/
Loukia Sofou
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 377
Registration date : 10/12/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Πεμ Απρ 16, 2009 1:13 am

Iδιαίτερη και η τιμή για μένα, Captain Nemo, για την αφιέρωση. Σας ευχαριστώ.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
Loukia Sofou
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 377
Registration date : 10/12/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Παρ Απρ 17, 2009 12:38 am

O EΠΙΤΑΦΙΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΕΙΣ ΤΑ ΧΩΡΙΑ

Α'

Φίλος τις, μεθ' ου συνωδοιπόρουν τας ημέρας ταύτας, ισχυρίζετο ότι πολλοί των Ελλήνων της σήμερον προτιμώσι να εκκλησιάζωνται εις μικρούς ναϊσκους ή εις μεγάλους και πολυτελείς ναούς. Η παρατήρησις αύτη έχει τι ορθόν, και η ιδότροπος ευλάβεια των τοιούτων πιστών δεν φαίνεται άτοπος, όταν μάλιστα αναλογισθώμεν ότι κυριολεκτικώς η πολυτέλεια εις τους ναούς είναι απηγορευμένη. Το ιδιάζον εις τους χριστιανικούς ναούς γνώρισμα είναι η σεμνότης και μεγαλοπρέπεια, το γνώρισμα δε τούτο δεν αποκλείει η ευτέλεια. Ενθυμείσθε τον υπό Περικλέους επιτάφιον παρά Θουκυδίδη. "Φιλοκαλούμέν τε γαρ με μετ' ευτελείας", έλεγεν ο μέγας πολιτικός των αρχαίων Αθηνών, όστις εμελέτησε πολύ και εψυχολόγησεν επί του βίου των συμπολιτών του. Τω όντι η ευτέλεια ουδέν άλλο είναι ή απλότης, ο τύπος δε ο χριστιανικός, ως και ο αρχαίος ελληνικός, θηρεύει την απλότητα. Τα κίβδηλα και ψευδόχρυσα, τα οποία βλέπετε εις ένα ή δύο των αθηναϊκών ναών, και υπούλως και θρασέως εισαγόμενα, αναρμοδίως όλως, υπό ανθρώπων αμαθών και απειροκάλων, δήθεν επιτρόπων των ναών τούτων, έπρεπε ν' απαγορευθώσιν υπό της μόνης αρμοδίας κεντρικής εκκλησιαστικής Αρχής, κυριαρχικά εξασκούσης δικαιώματα, κατ' αυτό το πολιτικόν μας Σύνταγμα, επί των καθαρώς εκκλησιαστικών πραγμάτων. Αλλ' ελλείψει τοιαύτης Αρχής έκαστος πράττει κατά το δοκούν αυτώ, εισάγων εις τους ιερούς ναούς καινά και ξενότροπα, νόθα και απηγορευμένα, και δεν είναι παράδοξον οι ούτω πράττοντες να νομίζωσιν ότι υπηρετούσι δήθεν την Εκκλησίαν, και ότι είναι άξιοι επαίνων και στεφάνων δια τον ζήλόν των. Η Εκκλησία έχει ένα παραδεδεγμένον τύπον, όν ουδείς δύναται αποινεί να παραβή, και ρητώς απαγορεύεται πάσα καινοτομία είτε εις την αρχιτεκτονικήν και γραφικήν και την λοιπήν των ναών διακόσμησιν, είτε εις την μουσικήν και την άλλην λατρείαν.
Φυγών της ημέρας ταύτης την βοήν και τον θόρυβον της μικράς ταύτης Βαβυλώνος, της ελληνικής πρωτευούσης, απήλθον μεθ' ενός φίλου να εορτάσω το Πάσχα εις έν των μεσογείων της Αττικής χωρίον. Ήλπιζον να εύρω ευλαβή τινα ιερέα, όστις να ηξεύρη αρκετά γράμματα, ώστε αναγινώσκων τα Ευαγγέλια να μη λέγη "τοις γραμματοίς" αντί "τοις γραμματεύσι", να έχη δε και αρκετήν συστολήν, ώστε να μη θεωρή το ιερόν Βήμα ως παρασκήνιον, όπου να διαπληκτίζηται ανέτως μετά των συλλειτουργών του. Και ηξιώθην του ποθουμένου. Εύρον ιερέα όστις απήγγειλε ταπεινώς μεν αλλ' απταίστως και τα δώδεκα Ευαγγέλια της ακολουθίας των Αγίων Παθών. Δεν πιστεύω να υπάρχωσι πολλοί τοιούτοι εις τα χωρία, αλλά τέλος υπήρξα ευτυχής. Εύρον ιερέα όστις ήξευρε καλώς την τάξιν της Ακολουθίας, ουδεμίαν δε αταξίαν ή χασμωδίαν επέτρεπεν. Αλλ' εύρον και λογικόν ποίμνιον ευλαβώς ακροαζόμενον της Ακολουθίας, δεν είδον δε παίδας ή γυναίκας ασυστόλως φλυαρούσας εντός του ναού, ούτε είδον επιτρόπους περιποιουμένους τας ευσεβείς κυρίας, και προσφέροντες αυταίς καθίσματα. Δεν υπήρχον εκεί κυρίαι, αλλά γυναίκες, και τούτο είναι μέγα πλεονέκτημα. Μία μόνη κυρία υπήρχεν εκεί εντός του ναού, η Παναγία.
Έμεινα ούτω ακροώμενος μέχρι τέλους της ακολουθίας και ασπασθείς τον Εσταυρωμένον, απήλθον να κοιμηθώ εις τον ταπεινόν οίκον του ξενίζοντός με χωρικού φίλου μου. Την επαύριον περί ώραν δεκάτην της πρωίας, ψαλλομένου του εσπερινού, προυτάθη εν μέσω τω ναώ το κουβούκλιον του Επιταφίου, και οι ευλαβείς χωρικοί εκόμισαν ευώδη άνθη, ρόδα και ία και λιβανωτίδα εν αφθονία προς διακόσμησιν του επιταφίου. Ο και άλλως ευώδης ναός εμυροβόλησε. Δύο δε γηραιαί χωρικαί, καθίσασαι εν τω ναώ μετά το τέλος του εσπερινού, υπεψιθύριζον χθαμαλή τη φωνή αλβανικόν μοιρολόγιον του Χριστού, ού δεν ηδυνήθην ν' αντιληφθώ τας λέξεις.
Περί ώραν ογδόην της εσπέρας αντήχησεν ο μικρός κώδων του ταπεινού παρεκκλησίου, και οι χωρικοί συνέδραμον ν' ακούσωσι την ακολουθίαν του Επιταφίου. Δύο χωρικοί ψάλται έψαλλον με αλβανικήν προφοράν, αλλ' όχι με πολλάς παραφωνίας το "Σινδόνι καθαρά" και το "Κύματι θαλάσσης". Κατά δε την θ' ωδήν, "Μη εποδύρου μου, μήτερ" ο ιερεύς εθυμίασε τον λαόν. Μετά την Καταβασίαν, ο λαός ήναψε τας λαμπάδας, και ο ιερεύς εξελθών πάλιν ήρχισε τα Εγκώμια. Σημειωτέον δε ότι ο ιερεύς, ακριβής τηρητής των Τυπικών, διέταξε πρότερον ν' αναγνωσθή ο Άμωμος, καλώς παρατηρήσας ότι δύσκολον μεν να στιχολογηθή ούτος άμα ψαλλομένων των Εγκωμίων, διότι, είπε, τα τοιαύτα τυπικώτερα δεν ευδοκιμούσιν εν τοις κοσμικοίς ναοίς, αλλά κατά το Τυπικόν της Μ.Εκκλησίας ο Άμωμος ουχ ήττον αναγινώσκεται, και πρέπει ν' αναγνωσθή. Και ηκούσθησαν λοιπόν εκεί, εν καταλλήλω ησύχω τόπω, όπου οι άνθρωποι δεν ανυπομονούσι πολύ, οι κατανυκτικώτατοι στίχοι του θεσπεσίου Δαυίδ. "Εις τον αιώνα ου μη επιλάθωμαι των δικαιωμάτων σου, ότι συν αυτοίς έζησάς με. Αγαλλιάσομαι εγώ επί τα λόγια σου, ως ο ευρίσκων σκύλα πολλά. Διά τούτο ηγάπησα τας εντολάς σου υπέρ χρυσίον και τοπάζιον. Ως γλυκέα τω λάρυγγί μου τα λόγιά σου, υπέρ μέλι τω στόματί μου" κτλ. κτλ.
Εν τη πρώτη στάσει των Εγκωμίων ευρέθησαν επτά ή οκτώ αυτοσχέδιοι ψάλται. Εν τη Δευτέρα περιωρίσθησαν εις έξ και εν τη Τρίτη ηυξήθησαν αίφνης εις δέκα. Αίτιον τούτου είναι ότι το μεν συντομώτατον "Αι γενεαί πάσαι", ευκόλως άδεται υπό του πλήθους, το δε "Άξιόν εστί μεγαλύνειν σε", έχον είδος τι μουσικής στροφής, δυσκολώτερον τοις φαίνεται. Οι επίκουροι ούτοι ψάλται ήσαν εύρωστοι χωρικοί νεανίαι, και δεν τα έλεγον μεν απταίστως, αλλά δεν τα εδολοφόνουν ασυνειδήτως. Μόνος είς παραφώνως και ατάκτως έψαλλε, και ούτος ήτο διδάκτωρ της νομικής.
Μετά την συμπλήρωσιν των Εγκωμίων εψάλησαν αργώς τα Ευλογητάρια, οι Αίνοι και η Δοξολογία, και είτα δύο ρωμαλαίοι χωρικοί ήραν το κουβούκλιον του Επιταφίου λαμπρόφωτον και ανθοστόλιστον, και ήρξατο η λιτανεία εντός του χωρίου και πέριξ αυτού. Ο αγαθός ιερεύς, μεθ' όλον τον καταπνέοντα της Πεντέλης ψυχρόν άνεμον, εξήλθεν ασκεπής του ναού, και τετράκις διέταξε στάσιν και έκαμεν αιτήσεις, ο δε λαός έψαλλε το Κύριε ελέησον. Βραγχνόφωνος ψάλτης, όστις δεν ηξεύρω πώς ευρέθη εκεί, έψαλλε "Τον ήλιον κρύψαντα".
Κατά την εις τον ναόν επάνοδον μετά το "Άρατε πύλας", οι φέροντες τον Επιτάφιον χωρικοί, σταθέντες παρά τας παραστάδας της θύρας, ύψωσαν εις το υπέρθυρον του ναού το ιερόν κουβούκλιον, και πάντες οι κάτοικοι του χωρίου, κύψαντες εν ταπεινώσει διήλθον υποκάτω του Επιταφίου, κατά το εν τοις χωρίοις έθιμον. Έληξε δε η ακολουθία την ενδεκάτην ώραν, και πάντες απήλθομεν να κατακλιθώμεν, γλυκείας φέροντες εντυπώσεις.

Aλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1887
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
ΔΙΩΝΗ
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 884
Location : Όπου γη και πατρίς
Registration date : 31/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Παρ Απρ 17, 2009 10:27 pm

ΕΛΙΝΑ έγραψε:

ΥΠΟ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΙΚΗΝ ΔΡΥΝ



Όταν παιδίον διηρχόμην εκεί πλησίον, επί οναρίου οχούμενος, δια να υπάγω να απολαύσω τας αγροτικάς μας πανηγύρεις, των ημερών του Πάσχα, του Αγίου Γεωργίου και της Πρωτομαγιάς, ερρέμβαζον γλυκά μη χορταίνων να θαυμάζω περικαλλές δένδρον, μεμονωμένον, πελώριον, μίαν βασιλικήν δρυν. Οποίον μεγαλείον είχεν! Οι κλάδοι της χλωρόφαιοι, κατάμεστοι, κραταιοί· οι κλώνές της, γαμψοί ως η κατατομή του αετού, ούλοι ως η χαίτη του λέοντος, προείχον αναδεδημένοι, εις βασιλικά στέμματα. Και ήτον εκείνη άνασσα του δρυμού, δέσποινα άγριας καλλονής, βασίλισσα της δρόσου…

Από τα φύλλα της εστάλαζε κι έρρεεν ολόγυρά της «μάννα ζωής, δρόσος γλυκασμού, μέλι το εκ πέτρας». Έθαλπον οι ζωηφόροι οποί της έρωτα θείας ακμής, κι έπνεεν η θεσπεσία φυλλάς της ίμερον τρυφής ακηράτου. Και η κορυφή της βαθύκομος ηγείρετο ως στέμμα παρθενικόν, διάδημα θείον.

Ησθανόμην άφατον συγκίνησιν να θεωρώ το μεγαλοπρεπές εκείνο δένδρον. Εφάνταζεν εις το όμμα, έμελπεν εις το ούς, εψιθύριζεν εις την ψυχήν φθόγγους αρρήτου γοητείας. Οι κλώνες, οι ράμνοι, το φύλλωμά της, εις του ανέμου την σείσιν, εφαίνοντο ως να ψάλλωσι μέλος ψαλμικόν, το «Ως εμεγαλύνθη». Μ΄ έθελγε, μ΄ εκήλει, μ΄ εκάλει εγγύς της. Επόθουν να πηδήσω από του υποζυγίου, να τρέξω πλησίον της, να την απολαύσω· να περιπτυχθώ τον κορμόν της, όστις θα ήτον αγκάλιασμα δια πέντε παιδιά ως εμέ, και να τον φιλήσω. Να προσπαθήσω ν΄ αναρριχηθώ εις το πελώριον στέλεχος, το αδρόν και αμαυρόν, ν΄ αναβώ εις το σταύρωμα των κλάδων της, ν΄ ανέλθω εις τους κλώνας, να υψωθώ εις τους ακρέμονας… Και αν δεν μ΄ εδέχετο, και αν μ΄ απέβαλλεν από το σώμα της, και μ΄ έρριπτε κάτω, ας έπιπτον να κυλισθώ εις την χλόην της, να στεγασθώ υπό την σκιάν της, υπό τα αετώματα των κλώνων της, τα όμοια με στέμματα Δαυίδ θεολήπτου.

[...]

Ήμην αποσταμένος, και δεν είχον κοιμηθεί καλά την νύκτα. Ο ύπνος μού έλειπεν. Εις την σκιάν του πελωρίου δένδρου, εν μέσω των μηκώνων του των κατακοκκίνων, ο Μορφεύς ήλθε και μ΄εβαυκάλησε, και μοι έδειξεν εικόνες, ως εις περίεργον παιδίον.

Μου εφάνη ότι το δένδρον –έσωζον καθ΄ύπνον την έννοιαν του δένδρου– μικρόν κατά μικρόν μετέβαλλεν όψιν, είδος και μορφήν. Εις μίαν στιγμήν η ρίζα του μου εφάνη ως δύο ωραίαι εύτορνοι κνήμαι, κολλημέναι η μία επάνω εις την άλλην, είτα κατ΄ολίγον εξεκόλλησαν κι εχωρίσθησαν εις δύο· ο κορμός μού εφάνη ότι διεπλάσσετο και εμορφούτο εις οσφύν, εις κοιλίαν και στέρνον, με δύο κόλπους γλαφυρούς, προέχοντας· οι δύο παμμέγιστοι κλάδοι μού εφάνησαν ως δύο βραχίονες, χείρες ορεγόμεναι εις το άπειρον, είτα κατερχόμεναι συγκαταβατικώς προς την γην, εφ΄ης εγώ εκείμην· και το βαθύφαιον, αειθαλές φύλλωμα, μου εφάνη ως κόμη πλουσία κόρης, αναδεδημένη προς τ΄ άνω, είτα λυομένη, κυματίζουσα, χαλαρουμένη προς τα κάτω.

Το πόρισμά μου, το εν ονείρω εξαχθέν, και εις λήρον εν είδει συλλογισμού διατυπωθέν, υπήρξε τούτο: «Α! δεν είναι δένδρον, είναι κόρη· και τα δένδρα, όσα βλέπομεν, είναι γυναίκες!»

Όταν μετ΄ολίγον εξύπνησα, ως συνέχειαν του ονείρου έσχον εν νώ την ανάμνησιν της ιστορίας του τυφλού, τον οποίον ο Χριστός εθεράπευσε, καθώς είχον ακούσει τον διδάσκαλόν μας εις την Ιεράν Ιστορίαν: «Καταρχάς μεν είδε τους ανθρώπους ως δένδρα· δεύτερον δε τους είδε καθαρά…»

Πλην δεν εξύπνησα ακόμη, πριν ακούσω τι έλεγε το φάσμα· η κόρη – η δρυς, είχε λάβει φωνήν και μοι έλεγεν:

-Ειπέ να μου φεισθούν, να μη με κόψουν….δια να μη κάμω ακουσίως κακόν. Δεν ειμ΄ εγώ νύμφη αθάνατος· θα ζήσω όσον αυτό το δένδρον…

Εξύπνησα έντρομος, κι έφυγον… Ήτο ήδη μεσημβρία, και ο ήλιος εμεσουράνει…. Έκαιεν υψηλά, υπεράνω της κορυφής της δρυός, ήτις ήτο σκιά αδιαπέραστος… Από τον αντικρινόν λόφον ήκουσα φωνήν να με καλεί εξ ονόματος.

Ήτο εις μικρός βοσκός, με την κάππαν του, με την στραβολέκαν του, και με δέκα αίγας, τας οποίας ωδήγει. Μου εφώναξεν ότι ο πατήρ μου με ανεζήτει ανήσυχος, και, να τρέξω, να φθάσω ταχέως εκεί κάτω….

Δεν ενόησα τίποτε από το μαντικόν όνειρον. Αργότερα εδιδάχθην από εγχειρίδιον Μυθολογίας ότι η Αμαδρυάς συναποθνήσκει με την δρυν, εν ή ευρίσκεται ενσαρκωμένη…

[...]
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (1901)



Ο Λιαντίνης σημειώνει σχετικά:

Παράθεση :

Ο Παπαδιαμάντης μιλά για τον άνθρωπο, ακόμη και όταν φαίνεται πως δε μιλά για τον άνθρωπο.



Σ' ένα διήγημά του, από τον κορμό κάποιου δεσπόζοντα δρυ και βασιλικού, αναδύεται το στυλό ανάστημα μιας νύφης - δρυάδας. Τα εξαίσια λυγίσματα εκείνου του θηλυκού είναι ο δαίμονας - πειρασμός των αγίων. Οι στάλες της δροσιάς που στάζει το σώμα της γίνουνται αναμμένα κάρβουνα που πέφτουν και καίνε την ερωτική πενία και το ποθοπλάνταγμα σε όλους τους σεβνταλήδες. Και τέτοιος σαρκώθηκε ο οξύς ερωτισμός στη φαντασία του Παπαδιαμάντη και στα όνειρά του.
ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ( 61 )

_________________
ΜΕΤΡΟ ΤΑΞΗ ΚΛΙΤΟΤΗΤΑ
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://diwni.blogspot.com/
ΔΙΩΝΗ
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 884
Location : Όπου γη και πατρίς
Registration date : 31/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Σαβ Απρ 18, 2009 12:31 am

Τ’ ΑΕΡΙΚΟ ΣΤΟ ΔΕΝΤΡΟ



Κάτω στα Bουρλίδια, καθώς κατηφορίζεις από τις Βίγλες, ανάμεσα Πλατάνα και Πετράλωνο, σιμά στης Γανωτίνας τον Μύλον, εκεί κατεβαίνει το ρεύμα χείμαρρος, νάμα, δρόσος και ίαμα, από τα όρη του θεού. Εκεί ευφροσύνη ορνέων, επαύλεις Σειρήνων, και καλάμη και χλόη˙ εκεί το όμμα απολαύει γωνίαν παραδέισου, και η ψυχή δροσίζεται, ως σώφρων Άννα, κινούσα τα χείλη εις προσευχήν, χωρίς να ακούεται η φωνή της, φωνή μυστηριωδώς ψιθυρίζουσα εις την καρδίαν : Συ εποίησας πάντα τα ωραία της γης, θέρος και έαρ συ έπλασας αυτά.

Τέσσαρα ή πέντε καλύβια αγροτών και βοσκών, αντικρύζοντα εις άλληλα, ήσαν κτισμένα επί των κλιτύων ένθεν κι ένθεν της κοιλάδος. Όλα τ' ανήλικα παιδία των αγροδιαίτων αυτών οικογενειών συνηγελάζοντο καθημερινώς προς το βάθος της ρεματιάς, κυλιόμενα μέσα εις τα παχέα χόρτα, ανάμεσα εις τας πυκνάς λόχμας καί τους καλαμώνας, παίζοντα εις τον ίσκιον των βαθυφύλλων δένδρων, τα οποία ηγκαλίζετο ο κισσός από της ρίζης σπειροειδώς ανέρπων μέχρι της κορυφής, σιμά εις το διαυγές ρεύμα του οποίου ηκούετο ο ψίθυρος, κελαρύζων βαθιά εις την ψυχήν, ενώ η αύρα έσειε μυστικά τους βαθυπρασίνους θάμνους, κι οι παπαρούνες έβαπτον με κόκκινα στίγματα όλα τα κατηφορικά χωράφια γύρω, εν μέσω πληθύος άλλων ποικιλοχρώμων ανθέων, οπού ενθύμιζαν το άσμα το ψαλέν εις τας εκκλησίας την ημέραν εκείνην την σεβάσμιον: «ανεδήσω στέφανον ύβρεως. ο την γην ζωγραφήσας τοις άνθεσι· και την χλαίναν την κοκκίνην εφόρεσας...» Κι εκεί τα πετεινά ευφραινόμενα επετούσαν από κλάδον εις κλάδον, ανταποκρινόμενα φαιδρώς με τα κελαηδήματά των εις τας χαρμόσυνους των παιδίων κραυγάς.

Ήσαν ο Στάθης κι ο Λευθέρης της Κρατήρας, δίδυμα επτά ετών, κι ο Γιώργης κι η Μαλάμω του Καρυοφύλλη επτά και έξ ετών, κι ο Κώτσος του Κοντονίκου, οκταέτης, κι ο Χαράλαμπος και το Τσιτσώ του Καλλιμάνη, έξ και πέντε ετών, όλα χαρούμενα, παίζοντα μέσα εις τας λόχμας, πηδώντα τα μικρά χανδάκια, καραβίζοντα φύλλα δένδρων ή ξυλάρια εις το νερόν του ρύακος. Την πρωΐαν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου, μία μικρά σπείρα από μάγκας της πολίχνης, ηλικίας από δώδεκα μέχρι δεκαπέντε ετών, είχεν εξέλθει εις εκδρομήν ανά την κοιλάδα, δια να κόψουν βέργες ίσως, δια να φάγουν κότσικα ανθοβολούντα εις τας λόχμας, δια να κλέψουν ρόδα από τας αιμασιάς και τους φράκτας των περιβολίων, ή δια να κυνηγήσουν φωλεάς πουλιών. Η συμμορία εισέβαλε θορυβωδώς μέσα εις τα Βουρλίδια, ηκούοντο αι άγριαι φωναί της μακράν, ατακτούσαν κι εκτυπούσαν τους θάμνους και κατέβαλλον τας καλαμιάς εις το έδαφος. Η μικρά αγέλη τών χωρικών παιδίων, άμα είδε και ήκουσε την σπείραν των παιδίων της πόλεως, τα οποία ήσαν πολύ μεγαλύτερα την ηλικίαν και το ανάστημα – εφαίνοντο δε αγριώτερα από τα τέκνα των αγροδιαίτων της κοιλάδος – ετράπησαν εις άτακτον και ραγδαίαν φυγήν.

Οι μάγκες της πόλεως έμειναν κύριοι του πεδίου, αμαχητεί. Είς μόνος εκ της σπείρας των, ο Μιχάλης ο Βεργής, κρατών μακράν βέργαν την οποίαν αρτίως είχε κόψει από έν δένδρον και την είχε πελεκήσει με τον γκέκαν, τον κυρτόν σουγιάν του, ευχαριστήθη να κυνηγήσει εν παιδάριον εκ της συνοδίας, τον Κώτσον του Κοντονίκου, όστις είχε μικράν χωλότητα εις τον αριστερόν πόδα κι αργοπατούσε, μείνας τελευταίος από όλην την αγέλην την παθούσαν το πανικόν πάθημα. Ο Μιχάλης ο Βέργης τον έφθασε, τον έψαυσε με την μακράν ράβδον, και τον έκαμε να πέσει κάτω, αν δεν είχε πέσει ήδη από τον φόβον του, πριν τον φθάσει η βέργα του Μιχάλη. Το παιδίον, αρχίσαν να κραυγάζει και πριν πέσει, έβαλε σπαρακτικάς φωνάς αφού έπεσε, κι εβάρεσεν, ως φαίνεται, εις το πόδι του το πονεμένον. Όλαι αι ηχοί των κοίλων βράχων, και των απορρώγων κρημνών και των καθέτων κλιτύων της βαθείας κοιλάδος, εξύπνησαν από τας κραυγάς του μικρού Κώτσου, καθώς είχε πέσει ανά το ολισθηρόν χώμα, δίπλα εις τον υγρόν χορταριαμένον βράχον, άνωθεν του ρεύματος.

Από το αντικρυνόν καλύβι, το πλησιέστερον εις τον βράχον τον βρεχόμενον από τον ρύακα, κάτω από την φυλλάδα των κισσοειδών θάμνων και το σύμπλεγμα της αγραμπελιάς και των αιγοκλημάτων εξήλθεν η γρια–Κοντονίκαινα, η μάμμη του μικρού Κώτσου. Είχεν αποθάνει η νύμφη της προ χρόνων, και αυτή είχεν αναθρέψει το παιδίον, και το ηγάπα ως « δυό φορές παιδί της ». Χωρίς να εξακριβώσει καλά τι είχε συμβεί, ήρκει ότι είδε τον Μιχάλη να κρατεί ακόμη τεταμένην την βέργαν του, και το παιδίον να κείται χαμαί, ησθάνθη ότι το εγγόνι της είχε πάθει κακόν τι από τον μάγκαν της πόλεως, και ήρχισε συνάπτουσα τας χείρας να ονειδίζει και να καταράται.

- Βρε συ, σκύλε αγαρηνέ, τι έκαμες ! … Τι σου έφταιξε το παιδί, το σακάτικο, και το κυνηγάς ; … Κακό αερικό να σου’ ρθει απάνω σου, να σε μαράνει, σαν εκείνο το δεντρί, εκεί ! …

Όλη η μικρά συμμορία των αγυιοπαίδων τότε, με έν βλέμμα και με έν κίνημα απέβλεψεν εις το μέρος όπου έδειξε διά της χειρονομίας της η γραία. Υπήρχε τω όντι μία κηλίς εις την φαιδρά πασχαλινήν εικόνα της ανοίξεως και της καλλονής. Έν δέντρον, αχλαδιά, ίστατο εκεί, επί του κατωφερούς της κλιτύος, με μαραμένα φύλλα και άνθη, με χρώμα τέφρας και σποδού επί της κορυφής και των κλώνων του˙ πολύκλαυστον κούτσουρον, απειλητικόν, παραπονεμένον. Είχε περάσει « αερικό » από πάνω του, και το είχε μαράνει διά μιας, προώρως, εν πλήρει ανθήσει. Ίστατο εν μέσω των άλλων δένδρων, ως φάντασμα εν μέσω ζώντων.

Τα παιδία ετράπησαν εις φυγήν. Η πικρή αρά της γραίας και το θέαμα του απεξηραμμένου δένδρου τα κατεπτόησεν. Αλλ’ ο Μιχάλης του Βεργή έμεινε τελευταίος, οπίσω από τους άλλους, καθώς είχε μείνει προ ολίγων λεπτών, τελευταίος από την συνοδίαν του, ο Κώτσος του Κοντονίκου.

Την νύκτα εκείνην, νύκτα Αναστάσεως, η Ανάστασις ετελείτο εις τον ναΐσκον του Αϊ – Γιώργη της Χριστοδουλίτσας, κείμενον χίλια βήματα άνω από τον ανήφορον του λόφου, όχι μακράν από τα τέσσαρα καλύβια της κοιλάδος των Βουρλιδίων. Εκεί ανήφθησαν φαιδραί λαμπάδες ανάμεσα εις τα δένδρα, κάτω από τα γλυκά λάμποντα άστρα του ουρανού, πριν ανατείλει ακόμη η σελήνη. Και ήσαν εκεί όλοι οι βοσκοί κι οι βοσκοπούλες του διαμερίσματος, φορούσαι τα στολίδια των τα πασχαλινά, ευφραινόμεναι και απολαύουσαι την άρρητον χαράν και ευωδίαν του Πάσχα.

Εις το τέλος της χαρμοσύνου λειτουργίας όλοι οι αγρόται, χριστιανοί και χριστιαναί, εμετάλαβαν εκ «του καινού τής αμπέλου γεννήματος». Αλλ’ η γρηά Κοντονίκαινα είχεν εξομολογηθεί εις τον παπά- Ησύχιον πριν αρχίσει ακόμη η θεία ακολουθία.

Ο παπάς ηρνήθη να την μεταλάβει. Διηγήθη δύο ή τρία αληθή γεγονότα, πώς, προ ολίγων χρόνων η γρηά Κυρατσούλα το Μοσχοβάκι, αποθανούσα τω 1864, ενώ επήγαινεν ένα πρωί εις το σπίτι του γυιού της, εσπρώχθη καθ’ οδόν από έν άτακτον παιδίον, υιόν οικογενείας, τον Ευτύχη του Παυλίνη, και πεσούσα επάνω εις την κοπτεράν γωνίαν μιας οικοδομής –του δημοτικού Σχολείου– έθραυσε την μίαν των πλευρών της. Η γραία εξέφερεν ένα γογγυσμόν, μίαν αράν˙ « να κοπεί το χεράκι του!» Και ύστερον από χρόνους, ο Ευτύχης του Παυλίνη, όταν έγινεν ανήρ, επανέκαμψεν από την Αίγυπτον, όπου είχε διατρίψει επί καιρόν εμπορευόμενος, μ’ ένα και μόνον χέρι. Είχε χάσει την δεξιάν του χείρα εν ώρα συμπλοκής, τις οίδεν, ίσως εκ μέθης. «Τώρα, τι εκέρδισε η γρια-Κυρατσούλα; προσέθηκεν ο ιερεύς. Εμοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω, λέγει Κύριος.»

Παλαιότερον ακόμη, η γρια-Σινιώρα, η μήτηρ αυτής της Κυρατσούλας, επέζη ογδοηκοντούτις, ενώ οι τρεις υιοί της ιερομόναχοι, μονάζοντες εις την Παναγίαν την Κουνίστραν – ο παπα-Καλλίνικος, ο παπα-Ιωσήφ, και ο παπα-Ευγένιος – είχον προαποθάνει. Μίαν των ημερών, ο προεστώς του χωρίου, ο γέρω-Καλοειδής, την ηνώχλησε και της είπεν : Εσύ γριά στρίγλα, που εψωμόφαες και τους τρεις γυιους σου, και συ ακόμη ζεις ! . Η γρια-Σινιώρα εταράχθη, έγινε κάτωχρος, και τρέμουσα είπεν : « Όπως μ’ ετάραξε να τον ταράξει!». Ολίγω ύστερον, τρεις υιοί του Καλοειδή εχάθησαν, ο είς από πνιγμόν, ο άλλος από συγκοπήν, και ο τρίτος από πυρ, και ο γηραιός πατήρ των επέζη ακόμη. « Τώρα τι εκέρδισεν η γρια-Σινιώρα; … Ευλογείτε και μη καταράσθε, είπεν ο Κύριος ...»

Πού να μας ξεσυνερισθεί ο Θεός ! είπεν ο ιερεύς. Είναι μεγάλη η μακροθυμία του. Ευτυχώς δεν μας ξεσυνερίζεται, αλλ’ όμως συμβαίνουν κάποτε, ει και σπανίως, παράδοξα πράγματα, τα οποία είναι προωρισμένα να χρησιμεύσουν ως παραδείγματα. Στα χίλια ένα ! Το καλόν είναι να φυλάγει κανείς τον θυμόν του και την γλώσσαν του, και αν τυχόν αδικείται, «έκαστος έχει τον κρίνοντα αυτόν».

Και μάλιστα επέφερεν ο πάπα-Ησύχιος, «χρονιάρα μέρα», τοιαύτην υψηλήν και πανσέβαστον ημέραν, υπερέχουσαν πασών των ημερών, όπως το Μέγα Σάββατον, πρέπει μεγάλως να προσέχει τις, όπως μη εξέλθει κατάρα από το στόμα του. Πολλάκις δε η τιμωρία φαίνεται δυσανάλογος προς το πταίσμα, και φαίνεται ως να έγινε προς τιμωρίαν όχι τόσον του πρώτου πταίστου, όσον εκείνου όστις εβαρυθύμησε, και εχολώθη, και αφήκε πικράν κατάραν να εκφύγει το έρκος των οδόντων του.

Περί τα μέσα της Διακαινησίμου εβδομάδος ήλθεν εις τα Καλύβια το άγγελμα ότι ο Μιχάλης του Βεργή είχε πέσει αιφνιδίως άρρωστος από το δειλινόν του Μεγάλου Σαββάτου, και μετά συνεχή πυρετόν επί τρείς ημέρας, εσηκώθη από την κλίνην πελιδνός, σκελετώδης, δυσκίνητος, και μετά κόπου αναπνέων. Εφαίνετο ότι είχε περάσει «αερικό» από πάνω του, και τον εμάρανε.

Ευλογείτε, και μη καταράσθε, είπεν ο Χριστός.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (1907)
______________
Ξημερώνει Μέγα Σάββατο θυμίζω... Ό,τι λογαριασμούς έχετε ανοικτούς, ιδού η ευκαιρία!!!

_________________
ΜΕΤΡΟ ΤΑΞΗ ΚΛΙΤΟΤΗΤΑ
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://diwni.blogspot.com/
Loukia Sofou
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 377
Registration date : 10/12/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Κυρ Απρ 19, 2009 3:01 am

Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΕΙΣ ΤΑ ΧΩΡΙΑ

Β'

Την πρωίαν του Μ. Σαββάτου εσήμανεν ο κώδων την λειτουργίαν. Μεταξύ του ιερέως, του φιλοτίμου χωρικού κύρ Γιάννη, και του φιλοξενουμένου υπ' αυτού, είχε συμφωνηθή, ότι η λειτουργία θα εγίνετο βραδύτερον, κατά την ογδόην ώραν, αλλ' εναντίον της συμφωνίας έγινε ταχύτερον μάλιστα και της εβδόμης. Επωφελούμενος ο αγαθός χωρικός κύρ Γιάννης το φίλυπνον και οκνηρόν του ξένου του, εσκέφθη να τον αφήση να κοιμηθή μέχρι της ογδόης, και απελθών εις τον ναόν ανέγνω μεν αυτός τας Προφητείας, συνέψαλε δε μετά του ιερέως και το "Ανάστα ο Θεός", και ο ξένος του έμεινε κοιμώμενος νήδυμον.
Η νυκτερινή ακολουθία δια την Ανάστασιν έμελλε να σημάνη ενωρίς, την δεκάτην ώραν, τούτο δε δια να λάβωσιν είδησιν και οι πόρρω κατοικούντες ποιμένες και βοσκοί, να προλάβωσι την Ανάστασιν. Ο Ευλογητός δεν θα ελέγετο αμέσως, αλλά την ενδεκάτην ώραν, η δε πρώτη κρούσις του κώδωνος ήτο απλώς μήνυμα προς τους "τηλού των αγρών οικούντας", βοσκούς και κολλήγους. Αλλ' ο ευλαβής ιερεύς, όστις, δεν ενόει να παραλίπη εκ του Τυπικού ουδέ κεραίαν, εισελθών μόνος εις τον ναόν από της ογδόης και ημισείας, έμεινεν αναγινώσκων τας Πράξεις των Αποστόλων. Μόλις όμως αντήχησεν η πρώτη του κώδωνος δόνησις, και ο φιλόξενος αγρονόμος* κυρ Γιάννης, λαβών την υπερμεγέθη λαμπάδα του, ήν είχε παραγγείλει εξ Αθηνών, όλην εκ καθαρού κηρού, λησμονήσας τας εσπερινάς συνθήκας, καθ' άς ο πρώτος κώδων θα ήτο δια τους απωτέρω οικούντας αγροδιαίτους πιστούς, έσπευσε να έλθη εις την εκκλησίαν. Το παράδειγμά του εμιμήθησαν και άλλοι των συγχωρικών, και τότε ο αγαθός εφημέριος ηναγκάσθη να βάλη Ευλογητόν πρό της ώρας. Εψάλησαν όμως αργά τα τροπάρια του Κανόνος "Κύματι θαλάσσης", εψάλησαν τριπλά και τετραπλά, και ούτω την δωδεκάτην ώραν του μεσονυκτίου ακριβώς ετελέσθη η Ανάστασις.
Αλλ' όσον και αν φεύγη τις τας Αθήνας και την τύρβην των, όσον αμιγώς και αν επιθυμή να εορτάση τας ημέρας ταύτας, το φάσμα του νεωτέρου πολιτισμού τον ακολουθεί παντού βήμα προς βήμα, τα προϊόντα των νεωτέρων εφευρέσεων τον καταδιώκουσιν, αδύνατον δε να μείνη τις ήσυχος ουδέ στιγμήν. Βεγγαλικά φώτα και άλλα βέβηλα πράγματα εκάησαν προκλητικώς έξω του ναού, ευθύς ως εξήλθομεν να κάμωμεν Ανάστασιν, ο δε ανεκτικώτατος ιερεύς δεν ενόμισεν φρόνιμον να τα απαγορεύση. Ο καπνός αυτών συνεφύρθη ανευλαβώς με την ιεράν ευωδίαν του θυμιάματος, ο κρότος των πυραύλων ανεμίγη με τον ήχον του κώδωνος. Τέλος επανήλθομεν εις τον ναόν, και ήρξατο ψαλλόμενον το "Αναστάσεως ημέρα, λαμπρυνθώμεν λαοί". Οι καλοί χωρικοί μετά μεγίστης ευλαβείας ηκροώντο τα ιερά άσματα, ο δε αξιόλογος ποιμήν Ν. Σκούφος, προσενεγκών ευσεβώς ανήρτησεν επί του δεξιού μανουαλίου, ενώπιον της εικόνος του δεσπότου Χριστού, τσαντίλαν νωπού τυρού, άλλο πασχάλιον έθιμον των αγροτών της Ελλάδος.
Μεγίστη τάξις και θρησκευτική προσήλωσις επεκράτει καθ' όλην την ακολουθίαν. Μόνον δύο ή τρεις κύριοι και άλλαι τόσαι κυρίαι ευρίσκοντο απ' αρχής εν τω ναώ, αλλά μετά την Ανάστασιν απήλθον να κοιμηθώσι, καλώς πράξαντες, διότι το παρεκκλήσιον ήτο στενόχωρον, και αποχωρήσαντες αφήκαν τόπον δια τους λοιπούς. Μεταξύ των άλλων εκκλησιαζομένων διέπρεπεν ο αξιοσέβαστος μπαρμπα-Τσάμης, απόστρατος ενωμοτάρχης της χωροφυλακής, διακριθείς εις την καταδίωξιν της ληστείας, και δυνάμενος να διηγηθή εν είδει εποποιίας όλην την μακράν ιστορίαν των κατορθωμάτων της. Ομοίως ο Νικόλας, όστις διέπρεψεν εις όλας τας επαναστάσεις της Θεσσαλίας και της Κρήτης, και ηξεύρει εκ στήθους όλην την ιστορίαν τούτων, και ο Αντώνης, ο επιλεγόμενος βουλγαρομάστιξ, όστις είναι ιστορία μόνος του.
Γενομένου του ασπασμού, ήρξατο η λειτουργία μέχρι της 2ας ώρας προς όρθρον. Ότε ελάβομεν το αντίδωρον και εξηρχόμεθα εκ του ναού, άλλο γνήσιον ελληνικόν έθιμον εφείλκυσε την προσοχήν μου περί την θύραν της εκκλησίας. Είς των χωρικών, όστις εκτελεί χρέη επιτρόπου εν των παρεκκλησίω, διένειμεν εις τους εξερχομένους ωά κόκκινα, προσφωνών ενί εκάστω το Χριστός Ανέστη. Έλαβον το δοθέν μοι ωόν, και εγκαρδίως ηυχήθην εις τον αγαθόν χωρικόν πάν καταθύμιον.
Τότε έκαστος των χωρικών, φέρων ανημμένην την λαμπάδα, απήλθεν οίκαδε. Το κατ' εμέ, αφού επεσκέφθην δια βραχέων τον φιλόξενον χωρικόν κυρ Γιάννην, μετέβην εις το μικρόν μαγαζίον του χωρίου, και εκεί απήλαυσα επί μακρόν χρόνον την ηδονήν της συνδιαλέξεως μετά των χωρικών, ανθρώπων με ανοικτήν καρδίαν. Είς αυτών είχε φέρει εκ της οικίας του σούπαν και βραστόν, τυρόν και αυγά κόκκινα, και εγεύθημεν ομού το πασχάλιον. Εν τω μεταξύ είχεν αρχίσει να γλυκοχαράζη, και επειδή δεν ενύσταζον, εσκέφθην, ότι το καλύτερον ήτο να περιμείνω την ανατολήν του ηλίου, και την διάβασιν της αμαξοστοιχίας του σιδηροδρόμου Λαυρίου. Παρήλθον δε ανεπαισθήτως αι ώραι εν τω μέσω της φαιδράς συνδιαλέξεως, του Χριστός Ανέστη, της συγκρούσεως των ποτηρίων, της μαρμαρυγής του ρητινίτου, και του εαρινού των στρουθίων κελαδήματος.
Μεταβαίνων εις τον σταθμόν, μίαν ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου, συνήντησα δύο ή τρεις ομίλους εορταζόντων, και οι οβελοί των αμνών περιεστρέφοντο ήδη επί του πυρός. Αλλά μοι έκαμαν εντύπωσιν δύο ωραίοι νέοι Λιδωρικιώται, οίτινες έψηνον το αρνίον κατά τον τελειότερον εκ των γνωστών και παραδεδεγμένων τρόπων. Οι πρόσθιοι πόδες του αμνού δεν εφαίνοντο, χωμένοι εντός της σαρκός, το έντερον περιέβαλλεν επτάκις η οκτάκις ως ζώνη έξωθεν τον αμνόν, οι νεφροί, χωρίς ν' αποσπασθώσιν εκ των σπλάγχνων, ευρίσκοντο εκατέρωθεν προσκεκολλημένοι έξωθεν, ομοίως και τα δίδυμα, μετά των ριζών τανυσμένων, ευρίσκοντο επί του ισχίου. Την πυράν δεν είχον ανάψει με κλήματα, αλλά με κορμόν αγρίου δένδρου. Μοι είπον, ότι τα κλήματα είναι ο ευκολώτερος τρόπος, αλλά "δια τους ατζαμήδες".
Τους ηρώτησα αν αληθεύη, ότι οι παλαοί κλέπται ήξευραν μίαν άλλην τέχνην, να ψήνωσι το αρνίον χωρίς να φαίνεται ουδαμόθεν καπνός. Μοι απήντησαν μειδιώντες, ότι τούτο δεν αληθεύει, ή τουλάχιστον δεν εφαρμόζεται σήμερον, διότι δεν είναι ανάγκη, υποθέτω, αλλά το μόνον σωστόν είναι ότι έσκαπτον λάκκον, έθετον εντός το αρνίον "μες στο ίδιο το αρνιακό*", το έχωνον, ήναπτον πυρ άνωθεν "όσο να τυφλοκαίγη*" και ούτω το αρνίον αντί να ψηθή έβραζεν, ήρκει να μη εισήρχετο αήρ μηδαμόθεν. Τους ευχαρίστησα δια τας πληροφορίας ταύτας, ως και δια το σπληνάντερον και την πλόσκαν, δι' ων μ' ετίμησαν, εσύριξεν η ατμάμαξα, έφθασε το τραίνον και επεβιβάσθην δια το Άστυ.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης,1887


αγρονόμος, αγροδίαιτος, χωρικός
αρνιακό , προβειά, το δέρμα του αρνιού
τυφλοκαίω, (για φωτιά) καίω χωρίς να φαίνεται η φλόγα μου
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
ΔΑΝΑΗ
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 7925
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Κυρ Απρ 19, 2009 5:00 am

ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΕΞΟΧΙΚΗ ΛΑΜΠΡΗ



Καλὰ τὸ ἔλεγεν ὁ μπάρμπα‐Μηλιός, ὅτι τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐκινδύνευον νὰ μείνουν οἱ ἄνθρωποι οἱ χριστιανοί, οἱ ξωμερίτες, τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, ἀλειτούργητοι. Καὶ οὐδέποτε πρόρρησις ἔφθασε τόσον ἐγγὺς νὰ πληρωθεῖ, ὅσον αὐτή· διότι δὶς ἐκινδύνευσε νὰ ἐπαληθεύσῃ ἀλλ᾿ εὐτυχῶς ὁ Θεὸς ἔδωκε καλὴν φώτισιν εἰς τοὺς ἁρμοδίους καὶ οἱ πτωχοὶ χωρικοί, οἱ γεωργοποιμένες τοῦ μέρους ἐκείνου, ἠξιώθησαν καὶ αὐτοὶ νὰ ἀκούσωσι τὸν καλὸν λόγον, καὶ νὰ φάγωσι καὶ αὐτοὶ τὸ κόκκινο αὐγό.

Ὅλα αὐτά, διότι τὸ μὲν ταχύπλουν, αὐτὸ τὸ προκομμένον πλοῖον, τὸ ὁποῖον ἐκτελεῖ δῆθεν τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ τῶν ἀτυχῶν νήσων καὶ τῆς ἀπέναντι ἀξένου ἀκτῆς, σχεδὸν τακτικῶς δὶς τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ τὶς δυὸ ἀλλαξοκαιριές, τὸ φθινόπωρον καὶ τὸ ἔαρ, βυθίζεται, καὶ συνήθως χάνεται αὔτανδρον· εἶτα γίνεται νέα δημοπρασία, καὶ εὑρίσκεται τολμητίας τις πτωχὸς κυβερνήτης, ὅστις δὲν σωφρονίζεται ἀπὸ τὸ πάθημα τοῦ προκατόχου του, ἀναλαμβάνων ἑκάστοτε τὸ κινδυνωδέστατον ἔργον· καὶ τὴν φορὰν ταύτην, τὸ ταχύπλουν, λήγοντος τοῦ Μαρτίου, τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ τοῦ χειμῶνος γενομένου, εἶχε βυθισθεῖ· ὁ δὲ παπᾶ‐Βαγγέλης, ὁ ἐφημέριος ἅμα καὶ ἡγούμενος καὶ μόνος ἀδελφὸς τοῦ μονυδρίου τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ἔχων κατ᾿ εὔνοιαν τοῦ ἐπισκόπου καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐξάρχου καὶ πνευματικοῦ τῶν ἀπέναντι χωρίων, καίτοι γέρων ἤδη, ἔπλεε τετράκις τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ πᾶσαν τεσσαρακοστήν, εἰς τὰς ἀντίκρυ ἐκτεινομένας ἀκτὰς ὅπως ἐξομολογήσῃ καὶ καταρτίσῃ πνευματικῶς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους δουλοπάροικους, τοὺς «κουκουβίνους ἢ κουκοσκιάχτες», ὅπως τοὺς ὀνόμαζον, σπεύδων, κατὰ τὴν Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, νὰ ἐπιστρέψῃ ἐγκαίρως εἰς τὴν μονήν του, ὅπως ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα. Ἀλλὰ κατ᾿ ἐκεῖνο τὸ ἔτος, τὸ ταχύπλουν εἶχε βυθισθεῖ, ὡς εἴπομεν, ἡ συγκοινωνία ἐκόπη ἐπὶ τίνας ἡμέρας, καὶ οὕτως ὁ παπᾶ‐Βαγγέλης ἔμεινεν ἀκουσίως, ἠναγκασμένος νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα πέραν τῆς πολυκυμάντου καὶ βορεοπλήκτου θαλάσσης, τὸ δὲ μικρὸν ποίμνιόν του, οἱ γείτονες τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, οἱ χωρικοὶ τῶν Καλυβιῶν ἐκινδύνευον νὰ μείνωσιν ἀλειτούργητοι.

Τινὲς διετύπωσαν γνώμην νὰ παραλάβωσι τὰς γυναίκας καὶ τὰ τέκνα των καὶ νὰ κατέλθωσιν εἰς τὴν πολίχνην, ὅπως ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν καὶ λειτουργηθῶσιν ἀλλ᾿ ὁ μπάρμπα‐Μηλιός, ὅστις ἔκαμνε τὸν προεστὸν εἰς τὰ Καλύβια, καὶ ἤθελε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα ὅπως αὐτὸς ἐνόει, ὁ Φταμηνίτης, ὅστις δὲν ἤθελε νὰ ἐκθέσῃ τὴν γυναίκα του εἰς τὰ ὄμματα τοῦ πλήθους, καὶ ὁ μπαρμπ᾿‐Ἀναγνώστης, χωρικός, ὅστις «τὰ ἤξευρεν ἀπέξω ὅλα τὰ γράμματα τῆς Λαμπρῆς», ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο ν᾿ ἀναγνώσῃ τίποτε «ἀπὸ μέσα» καὶ ἐπεθύμει νὰ ψάλλῃ τὸ «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε» ‐ οἱ τρεῖς οὗτοι ἐπέμειναν, καὶ πολλοὶ ἠσπάσθησαν τὴν γνώμην των, ὅτι ἔπρεπε ἐκ παντὸς τρόπου νὰ πείσωσιν ἕνα τῶν ἐν τῇ πόλει ἐφημερίων ν᾿ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια, νὰ τοὺς λειτουργήσῃ. Ὁ καταλληλότερος δέ, κατὰ τὴν γνώμην πάντων, ἱερεὺς τῆς πόλεως ἦτον ὁ παπᾶ‐Κυριάκος, ὅστις δὲν ἦτον «ἀπὸ μεγάλο τζάκι», εἶχε μάλιστα καὶ συγγένειαν μὲ τινὰς τῶν ἐξωμεριτῶν καὶ τοὺς κατεδέχετο. Ἦτον ὀλίγον τσάμης, καθὼς ἔλεγαν. Δὲν ἔτρεφε προλήψεις . Ἠκούετο μάλιστα, ἐδῶ κι ἐκεῖ, ὅτι ὁ ἱερεὺς οὗτος εἶχε καὶ τὴν συνήθειαν «ν᾿ ἀποσώνῃ τὰ παιδιά» εἰς τοὺς κόλπους τῶν μητέρων, τῶν ἐνοριτισσῶν του. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ ἔλεγον οἱ ἀστεῖοι ἢ οἱ φθονεροί, καὶ μόνον οἱ ἀνόητοι τὸ ἐπίστευον.

Ὁ ἐφημέριος οὖτος ὡς οἱ πλεῖστοι του γνησίου ἑλληνικοῦ κλήρου, πλὴν μικροῦ ἐλευθεριασμοῦ, ἦτο κατὰ τὰ ἄλλα ἄμεμπτος. Τοῦτο ναί, ἀληθεύει· ἀλλ᾿ οἱ ἔγγαμοι ἱερεῖς, πενόμενοι καὶ δυσπραγοῦντες, ἐπιτακτικὴν ἔχοντες ἀνάγκην νὰ θρέψωσι τὰ τέκνα των, φαίνονται ὡς πλεονέκται, καὶ καταντῶσι νὰ μὴ τρέφωσι πλέον ἐμπιστοσύνην οὐδ᾿ εἰς αὐτοὺς τοὺς συλλειτουργοὺς των. Τοῦτο ἔπασχε καὶ ὁ παπᾶ‐Κυριάκος, ὅστις ἐπεθύμει μὲν νὰ ὑπάγῃ νὰ κάμῃ Ἀνάστασιν εἰς τοὺς χωρικούς, διότι ἦτο ἀνοιχτόκαρδος, καὶ ἤθελε νὰ χαρῇ καὶ αὐτὸς ὀλίγην Ἀνάστασιν καὶ ὀλίγην ἄνοιξιν, ἀλλ᾿ ἐδυσπίστει εἰς τὸν συνεφημέριόν του, καὶ ἔπειτα δὲν ἤθελε ν᾿ ἀφήσῃ τὴν ἐνορίαν μὲ ἕνα μόνον ἱερέα τοιαύτην ἡμέραν.

Ἀλλ᾿ αὐτὸς ὁ παπᾶ‐Θοδωρῆς ὁ Σφοντύλας, ὁ συνεφημέριός του, τὸν παρεκίνησε νὰ ὑπάγῃ εἰπῶν, ὅτι καλὸν ἦτο νὰ μὴ χάσωσι καὶ τὸ εἰσόδημα τῶν Καλυβιῶν, αἰνιττόμενος ὅτι τά τε ἐκ τοῦ ἐνοριακοῦ ἔσοδα καὶ τὰ τῆς ἐξοχικῆς παροικίας, ἀμφότερα ἐξίσου θὰ τὰ ἐμοιράζοντο. Τοῦτο δὲν ἔπεισε τὸν παπᾶ‐Κυριάκον, τῷ ἐνέπνευσε μάλιστα πλείονας ὑποψίας ἀλλ᾿ ὅτε ἠρώτησε τὴν γνώμην τοῦ συλλειτουργοῦ του, ἦτο ἤδη κατὰ τὰ ἐννέα δέκατα ἀποφασισμένος νὰ ὑπάγει· ἔπειτα ὑπεχρέωσε τὸν υἱόν του Ζάχον, μορφάζοντα καὶ μεμψιμοιροῦντα, νὰ παραμείνῃ ἐν τῷ ἐνοριακῷ ναῶ κατάσκοπος εἰς τὸ ἱερὸν Βῆμα, νὰ παραλάβῃ τὸ μερίδιον τῶν προσφορῶν καὶ συλλειτουργικῶν, καὶ μόνον μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας, ὄτε θὰ ἀνέτελλεν ἤδη ἡ ἡμέρα, ν᾿ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια παρ᾿ αὐτῷ.

Ἡ πούλια ἦτο ἤδη ὑψηλά, «τέσσαρες ὦρες νὰ φέξει», καὶ ὁ μπαρμπ᾿‐Ἀναγνώστης, ἀφοῦ ἐξύπνησε τὸν ἱερέα, κατασκευάσας πρόχειρον σήμαντρον ἐκ στερεοῦ ξύλου καρυᾶς καὶ πλῆκτρον, περιήρχετο τὰ Καλύβια θορυβωδῶς, κρούων, ὅπως ἐξεγείρῃ τοὺς χωρικούς. Εἰσῆλθον εἰς τὸ μικρὸν ἐξωκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Εἷς μετὰ τὸν ἄλλον προσήρχοντο οἱ χωρικοὶ μὲ τὰς χωρικάς των καὶ μὲ τὰ καλά των ἐνδύματα. Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν Εὐλογητόν. Ὁ μπαρμπ᾿‐Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ τὰ λέγῃ ὅλα ἀπ᾿ ἔξω, τὴν προκαταρκτικὴν προσευχὴν καὶ τὸν Κανόνα, τὸ «Κύματι θαλάσσης». Ὁ παπᾶ‐Κυριάκος προέκυψεν εἰς τὰ βημόθυρα, ψάλλων τὸ «Δεῦτε λάβετε φῶς». Ἤναψαν τὰς λαμπάδας κι ἐξῆλθον ὅλοι εἰς τὸ ὕπαιθρον ν᾿ ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν.


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
 
Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!
Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 3Μετάβαση στη σελίδα : 1, 2, 3  Επόμενο

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
HOMA EDUCANDUS :: ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ :: ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ-
Μετάβαση σε: